Αναδημοσιεύσεις 2017

Αναδημοσιεύσεις από ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ 2017


Πανικό-φυλη αντίδραση

alt

Από την Άννα Τζάκου* (7.11.2017)

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΡΟΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΕΣ

(Συνεργασία του Νόστιμον Ήμαρ με το Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης)

Τα Κέντρα Πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας ανέλαβαν τη χρονιά που μας πέρασε να υλοποιήσουν παρεμβάσεις στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο της θεματικής βδομάδας, όπως όρισε το υπουργείο παιδείας. Η θεματική των παρεμβάσεων είχε να κάνει με τη χρήση ουσιών και τις έμφυλες ταυτότητες και μπορούμε να πούμε ότι ενδεχομένως ήρθε σαν συνέχεια των παρεμβάσεων που έτσι κι αλλιώς υλοποιούσαν τα Κέντρα σε γυμνάσια και λύκεια όλα αυτά τα χρόνια.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ξεκάθαρα το θέμα των έμφυλων ταυτοτήτων τέθηκε ως σημαντικό θέμα προς συζήτηση ίσως όχι τυχαία, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι ακολούθησε και το περιβόητο νομοσχέδιο για τη νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου. Και τα δύο επέφεραν πανικό. Αρχικά ακουγόταν ότι «θα πάνε να μιλήσουνε στα παιδιά μας για τους ομοφυλόφιλους» (η πιο ευγενική εκδοχή) έως «θέλουν να παρουσιάσουν το ανώμαλο ως φυσιολογικό» (η μέτρια εκδοχή γιατί ναι, ακούστηκαν και χειρότερα που προτιμώ να μην αναφέρω εδώ).

Η θεματική βδομάδα υλοποιήθηκε, ακολούθησαν δε και τηλεοπτικές εκπομπές με εντυπώσεις και συμπεράσματα, από τις οποίες απουσίαζε, όλως περιέργως, ο λόγος των Κέντρων Πρόληψης, παρόλο που κατά πλειοψηφία υλοποίησαν τις παρεμβάσεις αυτές. Θα το προσπεράσουμε αυτό, γιατί είναι από μόνο του μεγάλο θέμα προς ανάλυση. Θα εστιάσουμε στο γεγονός ότι εκ των υστέρων ο πανικός εξατμίστηκε. Είτε γιατί τα παιδιά δεν έγιναν από ομαλά ανώμαλα, είτε γιατί δεν έμαθαν για τους ομοφυλόφιλους, είτε γιατί προβληματίστηκαν σχετικά με τα έμφυλα στερεότυπα και την καταπίεση και δυσφορία που συχνά προκαλούν αυτά.

Η επιστροφή του πανικού

Το γεγονός ότι λίγο καιρό μετά ήρθε στο προσκήνιο το νομοσχέδιο για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και ο πανικός επέστρεψε, με επίσης ευρείας γκάμας αντιδράσεις, δείχνει τη μεγάλη υποκρισία και τον ανεξέλεγκτο τρόμο που σαν κοινωνία κρύβουμε σχετικά με την όποια σεξουαλική και οπτική διαφοροποίηση γύρω από το φύλο. Ενώ παντού γύρω μας προβάλλονται εικόνες σεξ σε βαθμό ύποπτα μαζικό, ενώ βλέπουμε καθημερινά τα παιδιά να εκτίθενται σε εικόνες επιθετικά προκλητικές ως προς την ηλικία και την ανάπτυξή τους, ενώ ακόμα και η τελευταία διαφήμιση για πλυντήριο οφείλει να υπονοεί σεξ -αλλιώς τα ρούχα δεν βγαίνουν καθαρά- εμείς ως κοινωνία αισθανόμαστε άβολα όταν διαφορετικές σεξουαλικές επιλογές προβάλλονται.

Δεν θα σταθώ στο γεγονός ότι η θεματική βδομάδα ήταν ένα πυροτέχνημα, μια ανοργάνωτη κίνηση για να προετοιμάσει κακήν κακώς ένα νομοσχέδιο. Ενδεχομένως ακριβώς αυτό ήταν.

Θα σταθώ στη συνέχεια του πανικού ως σταθερή αντίδραση μιας κοινωνίας βαθιά προσηλωμένης στην κανονικότητα της ετεροφυλόφιλης οικογένειας, της ετεροφυλόφιλης επιλογής, ενδεχομένως του ετεροφυλόφιλου φαίνεσθαι. Δομικό στοιχείο της κοινωνίας μας η διατήρηση της πατροπαράδοτης οικογένειας, με μοντέρνες πινελιές βέβαια, ως πυρήνας αυτοεκπλήρωσης με μπόλικα χειροκροτήματα, να καλύπτει τις τεράστιες ελλείψεις ενός κράτους στην κοινωνική πολιτική και πρόνοια, στην αντιμετώπιση της ανεργίας και της ανέχειας. Ένα πατροπαράδοτο βολικό κατασκεύασμα που ευτυχώς μας σώζει στους καιρούς που ζούμε. Από πάντα, πόσο μάλλον στις μέρες μας, η οικογένεια αποτελούσε το μοναδικό καταφύγιο, αλλά κάποιες φορές και φυλακή, για ανθρώπους με αναπηρίες, με ψυχιατρικά προβλήματα, με δυσμορφίες, που φρόντιζε για το «άρρωστο» κομμάτι της κοινωνίας. Η απουσία της σήμαινε περισσότερη θέαση, άρα περισσότερη απαίτηση για δομές. Τώρα πιο έντονα αποτελεί τη μοναδική πηγή χρηματοδότησης για ορισμένα μέλη, οπότε γίνεται κατανοητό από πού αντλείται η αναγκαιότητα της ύπαρξης, συνοχής και διατήρησής της ως έχει, πάση θυσία.

Το πρόβλημα δεν έγκειται στο πόσο χρήσιμη, κοινωνικά αναγκαία και συναισθηματική φωλιά είναι η οικογένεια, προφανώς σε πολλές περιπτώσεις είναι. Το πρόβλημα προκύπτει όταν οτιδήποτε αποκλίνει από αυτό το σχήμα βιώνεται ως απειλητικό, ως προκλητικό, ως ικανό να τινάξει την ύπαρξή της στον αέρα.

«Αρκεί να μην φαίνονται»…

Ένα κύριο επιχείρημα που ακούμε συχνά από ανθρώπους που «δεν έχουν πρόβλημα» με το διαφορετικό είναι το: «αρκεί να μην φαίνονται, να μην προκαλούν», να μείνουν στο σκοτάδι δηλαδή, να μην είναι ορατοί. Είτε αυτοί είναι ομοφυλόφιλοι, είτε αμφιφυλόφιλοι, είτε διεμφυλικοί. Πώς τολμούν δηλαδή, όχι μόνο να υπάρχουν και να κάνουν ότι θέλουν, αλλά να κυκλοφορούν την ύπαρξή τους δημόσια και επιπλέον να το δηλώνουν και στα επίσημα έγγραφα τους. Σαν αυτό να ξεπερνάει κάποια όρια που εμείς, βέβαια,θέσαμε για το τι επιτρέπεται να φαίνεται και τι όχι.

Επιπλέον η αμηχανία, το μπέρδεμα και ο πανικός είναι έκδηλος και σε όλο το επιστημονικό στερέωμα, το οποίο φλυαρώντας ακατάπαυστα προσπαθεί κατά κύριο λόγο να ερμηνεύσει την επιλογή ταυτότητας φύλου είτε ως ψυχοπαθολογία είτε ως εγωιστική καθυπόταξη της φύσης. Ότι δηλαδή το σώμα είναι καταρχήν ένα βιολογικό σκεύος και έρχεται το κοινωνικό φύλο να το μπερδέψει ή να το αφανίσει. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν είναι ξεχωριστά τεμάχια, όπως η ψυχή δεν μπορεί να διαχωριστεί από το σώμα έτσι και το σώμα δεν νοείται διαχωρισμένο στα χαρακτηριστικά του και στην εικόνα-αναπαράσταση που έχουμε για αυτά. Όλοι γεννιόμαστε με κάποια χαρακτηριστικά φύλου τα οποία τα αντιλαμβανόμαστε μέσω της κοινωνικής μας διαπαιδαγώγησης. Το σώμα αναπτύσσεται μαζί με την αντίληψη του σώματος. Με λίγα λόγια μαθαίνουμε τι πάει να πει αγόρι, τι πάει να πει κορίτσι, και τι αναμένεται από εμάς ως συμπεριφορά και επιλογές. Το αν θα συμφωνήσω με τις αναμονές του φύλου ή όχι, αν θα τις αναπαράγω πιστά, αν θα διαφοροποιηθώ, αν θα τις αρνηθώ πλήρως, αν διορθώσω τελικά το φύλο, είναι αναφαίρετο δικαίωμα, δεν είναι ζητούμενο προς εξέταση.

Ζητούμενο προς εξέταση θα έπρεπε να είναι γιατί στη δεδομένη εποχή, όπου η ανοχή στο διαφορετικό έχει γίνει σύνθημα, όταν το διαφορετικό αφορά στις ταυτότητες φύλου είναι σαν να ξυπνά η πιο αρχέγονη κοινωνική απειλή.

*Κοινωνιολόγος, μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης




Παραγωγή και χρήση κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς. Επιτρέποντας το επιτρεπόμενο;


alt


Νίκος Λάιος* (30.10.2017)

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΡΟΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΕΣ

(Συνεργασία του Νόστιμον Ήμαρ με το Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης)

Κάθε ψυχοδραστική ουσία διαθέτει και φαρμακολογικές ιδιότητες. Αυτό είναι γνωστό βιωματικά στα χιλιάδες χρόνια διαμόρφωσης της ιστορίας της χρήσης, λ.χ., του οπίου, της ντατούρας, της κάνναβης, αργότερα της μορφίνης κ.λπ. Η αναφορά της ελληνικής γλώσσας σε «φάρμακο» και «φαρμάκι» είναι ενδεικτική αυτής της ιστορικής εμπειρίας γύρω από τη χρήση ουσιών.

Αρκεί η διαπίστωση αυτή, ως βάση ανοίγματος ουσιαστικού διαλόγου, με αφορμή ένα νομοσχέδιο, που θέλει να προωθήσει η κυβέρνηση για την παραγωγή και χρήση κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς; Και απαντά στο ερώτημα, για ποιον λόγο να επιτραπεί κάτι που ήδη επιτρέπεται και δίχως να έχουν μεσολαβήσει, στο μεταξύ, ικανά νέα επιστημονικά τεκμήρια;

Μάλλον όχι. Και αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στο γεγονός ότι μια ανεπαρκής συζήτηση γύρω από την παραγωγή και χρήση κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς, που ήδη επιτρέπεται στην Ελλάδα, πυροδοτεί μιαν άσχετη με το ζητούμενο «αιτηματολογία», για πλήρεις απαγορεύσεις και απελευθερώσεις.

Χρήσεις και χρήσεις

Αυτό που χαρακτηρίζει τη χρήση ουσιών στους προνεωτερικούς ή «παραδοσιακούς» πολιτισμούς είναι ένας συνδυασμός απαγορεύσεων και επιτρεπτικότητας. Τα δύο πάνε μαζί, άρα όχι σε μια δϋιστική λογική «ή επιτρέπεται, ή απαγορεύεται». Αυτό είναι συμβατό με μια ευρύτερη αντίληψη ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ προσωπικού και συλλογικού – δίχως να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και «συμπαγείς» απαγορεύσεις, όπως αυτή της αιμομιξίας. Ας σημειωθεί ότι οι πολιτισμοί αυτοί δεν είναι κάτι περασμένο και μακρινό. Δεν παύουν να συνυπάρχουν με τους νεωτερικούς, μέσα στην ίδια κοινωνία: καταπιέζονται και χειραγωγούνται από το κυρίαρχο μοντέλο (λ.χ. με το να εκκενώνονται από το περιεχόμενό τους και να γίνονται αντικείμενα κέρδους), αλλά και αντιστέκονται σε αυτό, ιδιαίτερα σε επίπεδο αξιών και κοσμοθεωριών. Η σύγχρονη μετατροπή των παραδοσιακών χορών σε θέαμα, αλλά και ο μεσοπολεμικός τεκές είναι παραδείγματα χαρακτηριστικά της τέτοιας συνύπαρξης και υπαινικτικής διαπάλης.

Στην ολιστική και πιο ανθρώπινη αυτή οπτική, η κάνναβη είχε μια χρήση τελετουργική (λ.χ. από τους γηραιούς της κοινότητας σε μια δημόσια γιορτή, γνωστή σε όλη την κοινότητα) και μια χρήση θεραπευτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι στους προνεωτερικούς πολιτισμούς «όλα ήταν μια χαρά». Σημαίνει, όμως, ότι οι πολιτισμοί αυτοί (ως επί το πλείστον ταξικοί, με ποικίλες ανισότητες, μορφές βίας και ελέγχου κ.λπ.) αντιλαμβάνονταν τον άνθρωπο, την κοινωνία και τη φύση ως αδιάσπαστα μέρη συνόλου, που συμβάλλουν από κοινού στην ενιαία εσωτερική ρύθμιση.

Στους νεωτερικούς πολιτισμούς, αντιθέτως, το σύνολο διασπάται, γίνεται ένα απλό άθροισμα των επιμέρους, που αποξενώνονται μεταξύ τους και μετατρέπονται σε σκέτα αντικείμενα κατανάλωσης, κέρδους, κυριαρχίας. Το «άτομο», ειδικά στη μετανεωτερική εκδοχή του, υποτίθεται πως έχει την απόλυτη εξουσία πάνω στον εαυτό του, στους άλλους και στην όποια φύση. Η απαγόρευση και η επιτρεπτικότητα γίνονται δύο αμετάκλητα αντιμέτωπες καταστάσεις: υπάρχουν μονάχα σε δίπολο, με μοναδικό κριτή τους, υποτίθεται, το «άτομο». Η χρήση ουσιών παίρνει χαρακτήρα ατομικό. Άξονάς της γίνεται το ατομικό όφελος, έτσι που η κάνναβη «κάνει καλό» ή «κάνει κακό», αναλόγως τι συμφέρει καθέναν και καθεμιά.

Εδώ η κοινωνία, ως καθημερινή εμπειρία σύνδεσης του προσωπικού με το κοινωνικό, δεν υφίσταται ή υφίσταται περιθωριακά, σε θραύσματα, σε αραιές αποσπασματικές «δόσεις». Ή, πάλι, υποκαθίσταται από «το κράτος», ή από τις διάσπαρτες ομάδες συμφερόντων σε μια «κοινωνία των πολιτών» αχανούς εσωτερικής διαφοροποίησης. Ανακαλούμε την ύπαρξη της τέτοιας κοινωνίας μονάχα έτσι και μονάχα ως πρόφαση νομιμοποίησης (ή απειλής περιστολής) αυτού που καθένας και καθεμιά δέχεται ως ίδιον ατομικό όφελος. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών για μη ιατρικούς σκοπούς έρχεται ως μέσο ανακούφισης του ατόμου από την ίδια την κερματισμένη ατομικότητά του. Ως μέσο μιας απολαυστικής, βραχείας φυγής αυτού του τραγικά μοναχικού και αδύναμου θεού, από την αγωνία της απώλειας νοήματος ζωής, που τον σπαράζει στην αλλοτρίωσή του.

Από τη μια, λοιπόν, δεν μπορούμε να μιλάμε για χρήση ουσιών δίχως μελέτη του κοινωνικού/πολιτισμικού πλαισίου της χρήσης και του τρόπου ύπαρξης του ανθρώπου μέσα σε αυτό.

Από την άλλη, δεν δικαιολογούμαστε να μπλέκουμε την παραγωγή και χρήση της κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς, με κάποια επιλεγόμενη «απελευθέρωση» της χρήσης, βασισμένοι σε στρεβλές κατανοήσεις της χρήσης ιστορικά και παγκοσμίως. Μα και στη συγχρονία, με αναφορά λ.χ. στα μακρινά μοντέλα της Ολλανδίας ή της πολιτείας του Κολοράντο, όπου, άλλωστε, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, τα πράγματα δεν κύλησαν ακριβώς όπως το ερμηνεύουν όσοι/ες τις… επικαλούνται ως επιχείρημα υποστηρικτικό κάποιας «απελευθέρωσης».

Τι είπαν οι εμπειρογνώμονες στην πολιτική ηγεσία

Μέχρι στιγμής, στη φάση που διανύουμε, φάση προπαρασκευαστική για τη μετέπειτα συζήτηση και ίσως ψήφιση ενός νομοσχεδίου για την παραγωγή και χρήση ιατρικής κάνναβης, τέτοιες οπτικές γενικά απουσιάζουν.

Στο κενό αυτό ξεσπά σιγά-σιγά μια απλοϊκή πολεμική: «είναι όλεθρος, απαγορέψτε την» και «είναι φυτό-θαύμα, επιτρέψτε την». Το μόνο που δεν συζητιέται (και συσκοτίζεται;) και από τις δύο άκρες του διπόλου «απαγόρευση-επιτρεπτικότητα», είναι το περιεχόμενο του πορίσματος της ομάδας εμπειρογνωμόνων, που γνωμοδότησε στον υπουργό Υγείας επί του ζητήματος, τον Φεβρουάριο του 2017.

Μιας και δεν έχουμε ακόμη στα χέρια μας το σχετικό σχέδιο νόμου, ας δούμε κάποια βασικά σημεία αυτού του ενδιαφέροντος πορίσματος και τα ερωτήματα που νομιμοποιημένα προκύπτουν.

Στη σελίδα 9 αναφέρεται ότι: «[…] είναι αποδεκτές οι φαρμακολογικές ιδιότητες και οι υπό διερεύνηση επακόλουθες θεραπευτικές ενδείξεις της κάνναβης κατόπιν εγκριτικών διαδικασιών […]». Γίνεται, δηλαδή, παραδοχή του αυτονόητου ότι η κάνναβη έχει φαρμακολογικές ιδιότητες, με την επισήμανση ότι οι θεραπευτικές ενδείξεις δεν είναι ακόμη τελεσίδικες. Σημειωτέον, πάντως, ότι στο τελευταίο έχει συμβάλει η συμπαγής «απαγορευτικότητα» γύρω από την κάνναβη, που καθυστέρησε τη διαθεσιμότητά της σε πλαίσια εργαστηριακά/ερευνητικά.

Παρακάτω, στη σελίδα 10: «Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς επιτρέπει και ρυθμίζει ειδικά τόσο την παραγωγή όσο και τη διάθεση κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς, προβλέποντας για τη διαδικασία αυτή κρατικό μονοπώλιο». Δηλαδή, υπάρχει υπόδειξη ότι η παραγωγή και διάθεση κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς ήδη επιτρέπεται νομικά/θεσμικά, στο πλαίσιο κρατικού μονοπωλίου.

Στην ίδια σελίδα: «Πιθανή παρέμβαση στον ν. 4139/2013 θα ήταν επομένως σκόπιμη, μόνο στην περίπτωση που αποφασιζόταν το άνοιγμα της παραγωγής ή και της διάθεσης της κάνναβης και σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν του κρατικού μονοπωλίου, για ιατρικούς σκοπούς. Στην περίπτωση αυτή, θα αρκούσε κοινή υπουργική απόφαση […]». Δηλαδή, επισημαίνεται ότι κάποια παρέμβαση στον «Νόμο Περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών» θα χρειαστεί μονάχα αν υπάρχει πολιτικό σχέδιο για εμπλοκή ιδιωτών στις διαδικασίες παραγωγής και διάθεσης της κάνναβης για ιατρική χρήση.

Ας σημειωθεί ότι τον Ιούνιο του 2017, περίπου 4 μήνες μετά την έκδοση του πορίσματος, εκδόθηκε κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Υγείας και Δικαιοσύνης, με την οποία διευκολύνεται και πρακτικά η προμήθεια και κυκλοφορία φαρμακευτικών σκευασμάτων κάνναβης από το εξωτερικό, μέσω του Ε.Ο.Φ.

Συμπέρασμα; Είναι ακόμη σχετικά νωρίς, αλλά στη βάση του πορίσματος των εμπειρογνωμόνων, το πραγματικό ζητούμενο γύρω από το αναμενόμενο νομοσχέδιο δεν έγκειται στο αν θα επιτραπεί η… ήδη επιτρεπόμενη παραγωγή και χρήση για ιατρικούς σκοπούς – παρότι οι μελέτες δεν έχουν δώσει οριστικές θεραπευτικές ενδείξεις.

Το ζητούμενο έγκειται σε έναν επανακαθορισμό κανονιστικού πλαισίου αυτής της παραγωγής και χρήσης, με επίκεντρο ή ορίζοντα το «σπάσιμο» του κρατικού μονοπωλίου και με κίνδυνο να καταστούν πεδίο κερδοφορίας ιδιωτικών εταιρειών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία και τους γενικούς όρους ζωής στη σημερινή κατάσταση της χώρας.

Γύρω από αυτό είναι που αυτή τη στιγμή χρειάζεται να προβληματιστούμε, έξω απ’ τον αχό του διπόλου «απαγόρευση-επιτρεπτικότητα», μέχρι το νομοσχέδιο να κατατεθεί. Τα υπόλοιπα στην ώρα τους.

Πέραν του διπόλου «απαγόρευση-επιτρεπτικότητα»: άνθρωπος σε κοινωνία

Θα προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε τον διάλογο γύρω από το ζήτημα, πάντοτε «ανάμεσα σε κρότους και σιωπές», μέσα από το ομώνυμο αφιέρωμα του Σωματείου μας στο φιλόξενο Νόστιμον Ήμαρ.

Στο αναμεταξύ και επί του παρόντος, ας κρατήσουμε το στοιχείο ότι οι κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες παίζουν καίριο ρόλο στην κατανόηση της παραγωγής και χρήσης ουσιών, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων από παράγωγα κάνναβης. Προς επίρρωση, ας μην ξεχνάμε ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) προειδοποιεί για υποχρησιμοποίηση αλλά και κατάχρηση των φαρμακευτικών και, γενικότερα, των ιατρικών πόρων. Τα φάρμακα από παράγωγα κάνναβης δεν εξαιρούνται.

Φτάνοντας, εξάλλου, στην πραγματικότητα της «κατάχρησης», που υπενθυμίζει ο ΠΟΥ, το ζήτημα φεύγει από τα ιατρικά υπο-πλαίσια και φανερώνει ξανά την καθολική διάστασή του, τού κοινωνικού φαινομένου. Θυμίζοντάς μας ότι οι παράμετροι είναι εξαιρετικά πολλές για να αναπαριστάται η κάνναβη, με την κάθε άσχετη ευκαιρία, ως «ακίνδυνη» μέχρι «θεϊκή», ιδιαίτερα στις συνθήκες μιας χώρας και μιας κοινωνίας υπό ρευστοποίηση.

Τέτοια μυθοποίηση της κάνναβης -μάλιστα από ανθρώπους που υποτίθεται πως θέλουν να απομυθοποιούν από ριζοσπαστική πλευρά- δεν προκαλούν ρωγμές στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Αντίθετα, την αναπαράγουν μυστικοποιώντας ουσίες και, έτσι, ενισχύοντας την αλλοτριωμένη, τεχνητά διαμεσολαβούμενη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, τους άλλους, τη φύση και τα προϊόντα της.

Με τον τρόπο αυτό, άλλωστε, αποδυναμώνουν και τους όρους σοβαρού διαλόγου γύρω από την παραγωγή και χρήση κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς, καθώς συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος ηθικού πανικού, από τη «δική τους» άκρη του διπόλου. Έτσι, δεν βοηθούν όσους ανθρώπους μπορεί να βοηθηθούν -κυρίως να ανακουφιστούν, άλλωστε, παρά να θεραπευτούν- με φάρμακα κάνναβης ασφαλή, αποτελεσματικά και φτηνά.

* Κοινωνικός ανθρωπολόγος, εργαζόμενος στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων Π.Ε. Φωκίδας



Η τερατολογία της κάνναβης ως εργαλείο έξαρσης του ηθικού πανικού και η απάντηση της Πρόληψης.


alt


Θανάσης Χ. Θεοδώρου* (23.10.2017)

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΡΟΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΕΣ

(Συνεργασία του Νόστιμον Ήμαρ με το Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης)

Η φιλοσοφία της πρόληψης των εξαρτήσεων επιβάλλει την προσεκτική διερεύνηση πριν από τον σχολιασμό και την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η παρέμβαση εν θερμώ ενέχει κινδύνους, καθώς δεν δίνει τον απαραίτητο χρόνο συναισθηματικής απεμπλοκής και κατ’ επέκταση την απαραίτητη απόσταση για την κατά το δυνατόν αντικειμενικότερη θέαση της πραγματικότητας. Ας μην ξεχνάμε, παράλληλα, ότι η αντικειμενικότητα στο πεδίο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών είναι σχετική και η αλήθεια πολύπλευρη, καθώς συνδέονται με τα εργαλεία και τις μεθόδους που ο/η κοινωνικός-ή επιστήμονας επιλέγει να αξιοποιήσει.

Από την άλλη πλευρά, η καθημερινή εμπλοκή των λειτουργών πρόληψης στο πεδίο μάς φέρνει αντιμέτωπους-ες με την πραγματικότητα και τον αναπτυσσόμενο δημόσιο διάλογο που μας στερεί συχνά από την τεχνοκρατική πολυτέλεια τού να «πάρουμε τις ασφαλείς αποστάσεις μας». Πολύτιμες αντι-εργαλειακές πρακτικές μας, όπως για παράδειγμα η ενσυναίσθηση, είναι άγνωστες στη φαρέτρα του δημόσιου διαλόγου επαγγελματιών πολιτικών, δημοσιογράφων και του πολύ συχνά ανθρωποφάγου κόσμου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.

Τις τελευταίες ημέρες για μια ακόμη φορά, όπως για παράδειγμα συνέβη παλαιότερα με το ζήτημα της σχολικής βίας, αναπτύσσεται στη δημόσια σφαίρα και κατ’ επέκταση στην κοινότητα μαθητών, γονιών και εκπαιδευτικών, με τους οποίους εργαζόμαστε καθημερινά, ο ηθικός πανικός(1) της κάνναβης και της χρήσης. Πολιτικοί, πολιτικολογούντες και «δημόσια πρόσωπα» ικανά να προκαλέσουν με την παρουσία τους σε Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αλλά και σε δημοσιογραφικά πάνελ εκμεταλλεύονται το εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα των εξαρτήσεων και των εξαρτημένων ατόμων χρησιμοποιώντας τα ως εργαλείο εκφοβισμού της κοινωνίας, στιγματισμού των χρηστών και ψυχιατρικοποίησης του δημόσιου λόγου.

Αναπτύσσεται λοιπόν ένας νέος χώρος δημόσιας αντιπαράθεσης όπου η προοδευτικότητα και η αμφισβήτηση εξαντλούνται στον τομέα των ατομικών δικαιωμάτων παραβλέποντας για μια ακόμη φορά το μεγάλο κάδρο του πολυπαραγοντικού και βαθιά κοινωνικού φαινομένου της εξάρτησης. Εντός αυτού του κλίματος οι επαγγελματίες των εξαρτήσεων στερούνται ακόμη και της δυνατότητας άρθρωσης σοβαρής τοποθέτησης απέναντι στο δίπολο ενός συγκεκριμένου νομοσχεδίου που -με βάση τις μέχρι τώρα αναφορές των εκπροσώπων του Υπουργείου Υγείας- αφορά αποκλειστικά και μόνο στη φαρμακευτική κάνναβη, από τη μια, και από την άλλη του ευρύτερου ζήτηματος της ολοένα αυξανόμενης δημοφιλίας της κουλτούρας της χρήσης.

Η… ουσία είναι αλλού

Σε ένα δηλητηριασμένο από υπερβολές και τερατολογίες πεδίο διαλόγου μας διαφεύγει η… ουσία. Αποτελεί γεγονός πως τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη συζήτηση γύρω από την αξία ή μη των ευεργετικών ιδιοτήτων του φυτού της κάνναβης αλλά και μια ευρύτερη κουβέντα γύρω από τα επιστημονικά μοντέλα και τις πολιτικές αντιμετώπισης των ναρκωτικών ουσιών. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ότι, τουλάχιστον στη δική μας χώρα, προβάλλονται στη συγχρονία δύο «στρατόπεδα». Από τη μια πλευρά προβάλλει εκείνο του ηθικού πανικού και του τιμωρητικού μοντέλου αντιμετώπισης της χρήσης που τσουβαλιάζει ανθρώπους και διαφορετικής ποιότητας φαινόμενα. Στην αντίπερα όχθη, αντιπαρατίθεται εκείνο της υποτίθεται «προοδευτικής» αντιμετώπισης των ουσιών και της εξάρτησης, που ειδικά στο ζήτημα της κάνναβης ανακαλύπτει ένα νέο πεδίο «ανάπτυξης» μιας ακόμη έκφανσης της καπιταλιστικής αγοράς, τη λεγόμενη «νόμιμη αγορά της ευφορικής κάνναβης», τις υποτιθέμενες θέσεις εργασίας που δυνητικά μπορεί να παράξει αλλά και την «ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής».

Σε στιγμές σαν και αυτές είναι εξαιρετικά σημαντικό να γυρνούμε μέσα μας αναζητώντας τις αξίες και τη φιλοσοφία της πρόληψης ως απάντηση και όχι να παραμένουμε αμέτοχοι. Απέναντι λοιπόν στις πομπώδεις φωνές και την αντιεπιστημονική αντιμετώπιση του ζητήματος των εξαρτήσεων, καλούμαστε να πάρουμε θέση. Και θέση μας δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη της επανοικειοποίησης του δημόσιου χώρου και διαλόγου προτάσσοντας τον επιστημονικά τεκμηριωμένο λόγο και τη συσσωρευμένη εμπειρία στο πεδίο, που επί είκοσι συναπτά έτη παράγει αποτελέσματα, αντικατοπτριζόμενα τόσο στη σχέση των τοπικών κοινωνιών με τα Κέντρα Πρόληψης όσο και στους μετρήσιμους δείκτες του ΕΚΤΕΠΝ.

Έχοντας στη δική μας φαρέτρα τα στοιχεία αυτά, της γνώσης και της εμπειρίας, καλούμαστε να σταθούμε απέναντι τόσο στον ηθικό πανικό και τα τιμωρητικά μοντέλα του εκφοβισμού, που έχουν δοκιμαστεί στο παρελθόν αποτυχαίνοντας οικτρά, όσο και σε μια ατομοκεντρική λογική που αποσυνδέει το σύγχρονο άνθρωπο από το κοινωνικό του περιβάλλον και τον αφήνει έρμαιο στη λογική της αγοράς και της παραγωγής κέρδους με κάθε κόστος. Πιο συγκεκριμένα, στόχος και αίτημά μας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο βιβλίο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης, δεν μπορεί να είναι άλλος από την «συμβολή της πρόληψης, μέσα από ένα συνεχές παρεμβάσεων, στην κατά το δυνατόν ολόπλευρη στήριξη των ανθρώπων μέσα από την αδιάρρηκτη δεμένη ενίσχυση της προσωπικής αυτονομίας και της συνοχής στην κοινότητα. Μονάχα έτσι αποκτούν νόημα οι πιο τεχνοκρατικές εκφορές περί συμβολής της πρόληψης στην άμβλυνση των ποικίλων παραγόντων κινδύνου που γεννούν την εκδήλωση της εξάρτησης (βλ. εξατομίκευση, δυσκολία συνεργασίας, άγχος, επιθετικότητα, οικογενειακή ή σχολική βία κ.λπ.) και συστηματικής προσπάθειας ενίσχυσης των παραγόντων προστασίας του ανθρώπου σε επάλληλα επίπεδα»(2).

Είναι αυτοί οι στόχοι ουσίας, μιας ολιστικής αντιμετώπισης του ζητήματος των εξαρτητικών συμπεριφορών και όχι μόνο «των ναρκωτικών», που μας αποστασιοποιούν κριτικά τόσο από τα μοντέλα της δαιμονοποίησης, του στιγματισμού και της ψυχιατρικοποίησης του κοινωνικού φαινομένου της χρήσης όσο και από μια κακώς εννοούμενη «φιλελευθεροποίηση» των μοντέλων αντιμετώπισης των ουσιών.

Ως επαγγελματίες που εργαζόμαστε στο αντικείμενο των εξαρτήσεων, εντός και εκτός πρόληψης, θα πρέπει να καλέσουμε επίσημα την πολιτική ηγεσία της χώρας γενικότερα, αλλά και του Υπουργείου Υγείας πιο συγκεκριμένα, να ανοίξουν επιτέλους τον επιστημονικό διάλογο για ένα νέο μοντέλο αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, που θα περιλαμβάνει και θεσμικές τομές ουσίας. Σε ένα τέτοιο διάλογο, δίχως αγκυλώσεις αλλά και με επιστημονική τεκμηρίωση, οι εργαζόμενοι-ες σε όλους τους φορείς που ασχολούνται με το επιστημονικό αντικείμενο των εξαρτήσεων θα πρέπει να καταθέσουμε την πολυετή εμπειρία μας αλλά και να αξιολογήσουμε εφαρμοσμένα και προτεινόμενα μοντέλα με στόχο «τη συμβολή στην υπόθεση της αυτονομίας του ανθρώπου μέσα από την επανασυγκρότηση των κοινοτήτων του»(3).

*Κοινωνιολόγος, εργαζόμενος στο Κέντρο Πρόληψης Π.Ε. Θεσπρωτίας

____________________________________________________________________

Παραπομπές:

(1) Για την έννοια του ηθικού πανικού βλέπε στο Έ. Αβδελά, «Φθοροποιοί και ανεξέλεγκτοι απασχολήσεις», Σύγχρονα Θέματα, τ. 90, 2005, σελ. 35.

(2) Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης, «Κοινότητα, Πρόληψη των Εξαρτήσεων Κέντρα Πρόληψης. Φιλοσοφία, πρακτική, προβλήματα, προτάσεις», Αθήνα: 2016, e-book, σελ. 26.

(3) Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης, ό.π., σελ. 6.





Αλλοτρίωση και εξάρτηση.


alt


Του Νικηφόρου Φάρκωνα* (16.10.2017)

Ζούμε σε μια κοινωνία αποξένωσης και αποκλεισμού, στην οποία όλα πωλούνται και αγοράζονται και όλες οι αξίες εμπορευματοποιούνται. Χάνουμε την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, που βρίσκεται στην πολυπλοκότητα και ομορφιά των κοινωνικών σχέσεων.

Όσο το άτομο «κόβει τους δεσμούς του από τη φύση και την καθαρά ανθρώπινη κοινωνική φύση του», τόσο υποτάσσεται στο «φυσικό νόμο της αντικειμενοποίησης», όπως τον έθεσε ο Μαρξ, αναφερόμενος στην αιτιακή σχέση και στο φετιχισμό του εμπορεύματος. Τόσο οι σχέσεις, ανάμεσα σε ανθρώπους, μετατρέπονται σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα και καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι η ατομική απομόνωση είναι προϊόν της ελεύθερης επιλογής ατόμων ή της ατομικής βούλησης και λειτουργεί σαν μέσο προστασίας από την καταπίεση που επιβάλλουν οι αλλοτριωμένες και αλλοτριωτικές κοινωνικές σχέσεις.

Η τοξικομανία μπορεί να θεωρηθεί ως μια τέτοια ψευδαίσθηση «προστασίας» από τη βαρβαρότητα των αλλοτριωμένων σχέσεων, μια ψευδαίσθηση αυτάρκειας.

Για να μην μείνουμε στο σχήμα της ψευδαίσθησης, ας μιλήσουμε και με όρους αντίφασης: Το άτομο σήμερα δείχνει να είναι εγκλωβισμένο μέσα στην ίδια του την ελευθερία να επιλέγει. Βασικές ανθρώπινες ανάγκες όπως αγάπη, σεξ, τροφή, κοινωνικότητα, αποδοχή, οικονομική ασφάλεια, από σκοπό μετατρέπονται σε αυτοσκοπό που μας καταδυναστεύει, μέχρι να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες.

Η εξάρτηση λοιπόν θα έλεγα ότι είναι μια κατάσταση, βίωμα πάνω απ’ όλα, όπου το άτομο σύμφωνα με την έννοια της ελευθερίας (όπως την ορίζει ο Μαρξ) παύει να αυτοκαθορίζεται, χάνει τον έλεγχο και την καθοδήγηση των επιθυμιών, των ικανοτήτων και των αναγκών του, χάνει τελικά την ελευθερία του.

Η πρόληψη. Υπόθεση της κοινότητας

Σε επίπεδο περιγραφής, οι περισσότερες προσεγγίσεις αποδίδουν την εξάρτηση προκύπτουσα σταδιακά, ως εξής: (α) από την πειραματική δοκιμή/πειραματισμός, (β) στην ενεργό αναζήτηση /χρήση (γ) στην έντονη ενασχόληση /συστηματική χρήση και (δ) στην εξάρτηση.

Eίναι πλέον αποδεκτό ότι οι διαδρομές της εξάρτησης χαρακτηρίζονται από τη δυναμική αλληλεπίδραση έντονων εσωτερικών συγκρούσεων και εξωτερικών παραγόντων, που επιδρούν στο πέρασμα από τη μια φάση στην επόμενη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι/ες ή όσοι/ες κάνουν χρήση, θα διέλθουν όλα τα στάδια και θα εξαρτηθούν.

Η πορεία του ανθρώπου προς την εξάρτηση μπορεί να ανακοπεί σε κάθε σημείο της και ο απαιτητικός δρόμος της αυτονομίας να ανοίξει εφόσον υπάρξουν ή τροποποιηθούν συγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί και προσωπικοί παράγοντες.

Ο ρόλος της πρόληψης εδώ είναι ιδιαίτερα σημαντικός:ως σύνθετη διαδικασία πολυεπίπεδων παρεμβάσεων – από τον άνθρωπο μέχρι την κοινότητα συνολικά – με στόχο την αναίρεση των γενεσιουργών αιτιών όλων των εξαρτητικών συμπεριφορών και των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων.

Ο πρώτος και βασικός αυτός ορισμός της πρόληψης των εξαρτήσεων θέτει ως στρατηγικό όραμα μια πιο ανθρώπινη κοινωνία. («Κοινότητα, Πρόληψη των Εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» – Αθήνα, 2016).

Είναι καιρός πια, η πρόληψη να γίνει υπόθεση που αφορά συνολικά την κοινότητα, μέσω της εκπαίδευσης, στην ανοιχτή έννοιά της, δηλαδή στην έννοια της διαδικασίας βίωσης παραμέτρων και χαρακτηριστικών της υγιούς ζωής μέσα από σχέσεις. Σχέσεις που τροποποιούν σιγά-σιγά τόσο τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές στον άνθρωπο συνθήκες, που μπορεί να οδηγούν στην εξάρτηση.

Όσο η πολιτεία αρνείται να κατανοήσει τις βασικές αυτές παραμέτρους, αρνούμενη να συγκροτήσει ένα θεσμικό πλαίσιο των Κέντρων Πρόληψης ικανό για την υπηρέτησή του δύσκολου τέτοιου έργου τους, το βάρος πέφτει υπερβολικό πάνω μας, στους εργαζόμενους και στους πολίτες

Μένει, λοιπόν, σ’ εμάς τους τελευταίους, να σφίξουμε τα δόντια για βάθεμα της κοινής δουλειάς μας και διεκδίκηση ενός αντάξιου πλαισίου της.

Δύσκολο είναι αυτό το διπλό έργο, αλλά αξίζει, αφού τοποθετεί στην καθημερινότητα το ζήτημα της υπέρβασης της αλλοτρίωσης, από τόσες απόψεις. Μια από αυτές, άλλωστε, είναι ότι οι «ειδικοί» βοηθούμαστε έτσι να υιοθετούμε τη γνήσια απλότητα του Carl Rogers: «Ξέρω ότι δεν μπορώ να διδάξω τίποτα σε κανέναν. Μπορώ μόνο να δημιουργήσω ένα περιβάλλον, μέσα στο οποίο κάποιος θα μπορεί να μάθει κάτι».

* Ο Νικηφόρος Φάρκωνας είναι κοινωνιολόγος, εργαζόμενος στο Κέντρο Πρόληψης Κω «Ιπποκράτης»




Πρόληψη των Εξαρτήσεων: Αναζητώντας θεσμό.


alt


Βάσω Κατωπόδη*(6.10.2017)

Στόχος των παρεμβάσεων των Κέντρων Πρόληψης της χώρας είναι η Πρωτογενής και Καθολική Πρόληψη και η Προαγωγή της Ψυχοκοινωνικής Υγείας.

Η πρόληψη των εξαρτητικών συμπεριφορών (άρα, όχι μόνο «των ναρκωτικών») αφορά την αντιμετώπιση των παραγόντων, που κάνουν ευάλωτο τον άνθρωπο, και την ενίσχυση των παραγόντων, που τον ενδυναμώνουν και τον προστατεύουν, συμβάλλοντας στην αποφυγή ή στην αναβολή έναρξης της εξάρτησης.

Το εγχείρημα στηρίζεται σε σχεδιασμένες παρεμβάσεις στην τοπική κοινότητα μέσω ενημερώσεων, ευαισθητοποίησης, εκπαίδευσης, ενεργοποίησης και διασύνδεσης. Οι παρεμβάσεις έχουν ως αποδέκτες τους νέους και τα παιδιά (τελική ομάδα-στόχο των παρεμβάσεων), αλλά και ενδιάμεσες ομάδες-στόχο: εκπαιδευτικούς, γονείς, προπονητές, χοροδιδασκάλους, ιερείς και εν γένει τους ενήλικους υποστηρικτές, που σχετίζονται με νέους και παιδιά μέσα από την ιδιότητα και το ρόλο τους.

Η προαγωγή της υγείας είναι η διαδικασία που δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους «να ελέγξουν και να βελτιώσουν την υγεία τους» (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και διακήρυξη της Οτάβα). Δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά του ατόμου σε θέματα υγείας αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη αναβάθμισης του κοινωνικού, φυσικού και οικονομικού περιβάλλοντος και των συνθηκών ζωής που προάγουν την υγεία και διαμορφώνουν υγιείς στάσεις και συμπεριφορές (WHO, 1998). Στο πλαίσιο αυτό, βασικός σκοπός της προαγωγής της υγείας είναι η ενίσχυση της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας – η προώθηση ενός υγιούς τρόπου ζωής στην κοινότητα.

Τα μέσα της πρόληψης και της προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας

Η υλοποίηση των στόχων αυτών, που θέτονται από τους εργαζόμενους των Κέντρων Πρόληψης, περνά από την ανάπτυξη προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, όπως: αυτοεκτίμηση, ανάληψη ευθύνης, διαχείριση άγχους, ενίσχυση της αποδοχής της διαφορετικότητας ομαλή μετάβαση αναπτυξιακών σταδίων, επικοινωνία, αναγνώριση και έκφραση συναισθημάτων, συγκρούσεις και πως επιλύονται, διαχείριση αλλαγών.

Μέσω αυτών γινόμαστε λιγότερο ευάλωτοι και προάγεται συνολικά η ποιότητα ζωής των παιδιών, των νέων και των ενηλίκων υποστηρικτών τους. Στο σχεδιασμό των παρεμβάσεων αυτών λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές και προσωπικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με όλο το κλίμα των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών και αξιακών δεδομένων και απευθύνεται σε όλη την τοπική κοινότητα.

Στη μεθοδολογία των προγραμμάτων πρόληψης αξιοποιούνται ιδιαίτερα οι αρχές της βιωματικής μάθησης, ώστε να καλλιεργούνται σχέσεις και αξίες.

Μέσω της αλληλεπίδρασης, του μοιράσματος των εμπειριών και των ιδεών που βγαίνουν από την επικοινωνία στις παρεμβάσεις -συνδυασμένων με τη γνώση-, η βιωματική μάθηση λειτουργεί υποστηρικτικά στη σταδιακή αλλαγή στάσεων, ώστε οι συμμετέχοντες στις βιωματικές ομάδες να αποτελέσουν υγιές πρότυπο για τα παιδιά/νεους αλλά και ευρύτερα όλων των μελών της κοινότητας.

Προσωπική και κοινωνική αλλαγή σε εποχή κρίσης

Από μακροπρόθεσμη σκοπιά, η προσωπική και κοινωνική αλλαγή, που επέρχεται μέσω των παρεμβάσεων πρωτογενούς και καθολικής πρόληψης -αναλυόμενων σε αξίες, αρχές και πρακτικές, σχέσεις και διαδικασίες κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο ομάδων, συμβάλλει στην άμβλυνση της ατομικής και κοινωνικής δυσφορίας, άρα και «παθολογίας». Συμβάλλει, κατ’ επέκταση, στην εξοικονόμηση πόρων πολλών ειδών και σε πολλαπλά επίπεδα: από τον ουσιαστικό παιδαγωγικό χρόνο στη σχολική τάξη, ως την αποσυμφόρηση προγραμμάτων απεξάρτησης, δομών ψυχικής υγείας και/ή σωφρονιστικών καταστημάτων. (Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης, 2016).

Για τους εργαζόμενους στα Κέντρα Πρόληψης, απώτερος στόχος των προγραμμάτων πρόληψης, στην εποχή μιας κρίσης παρατεταμένης -σχετιζόμενη ιδιαίτερα με τη διάρρηξη των κοινωνικών δεσμών- είναι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Ο ορίζοντας των παρεμβάσεων πρόληψης, προκειμένου να μην εκφυλίζονται σε αποσπασματικές, διαχειριστικές «δράσεις», δεν μπορεί να είναι άλλος απ’ αυτόν της ουσιαστικής αυτονομίας κάθε ανθρώπου, δηλαδή της αυτονομίας ως υπεύθυνου μέλους μιας κοινότητας. (Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης, 2016).

Η «μπανανόφλουδα» της συμβουλευτικής

Μέρος του έργου μας είναι και η υποδοχή ατομικών αιτημάτων βοήθειας, σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ήδη κάποιο πρόβλημα, συνήθως μάλιστα όχι άμεσο πρόβλημα εξάρτησης, αλλά πρόβλημα στο επίπεδο των αιτιολογικών παραγόντων της εξάρτησης: άγχος, οικογενειακές δυσκολίες, πένθος, διαζύγιο κ.ο.κ. Στόχος εδώ είναι η διερεύνηση του αιτήματος, η ανάγκη του ατόμου (αναγνώριση του προβλήματος – κινητοποίηση για αναζήτηση λύσης) και, κατόπιν, η παραπομπή σε εξειδικευμένη δομή. Αποτελεί μέχρι σήμερα σημαντική παρέμβαση, ιδιαίτερα σε κοινότητες από όπου απουσιάζουν άλλες κοινωνικές δομές.

Εδώ χρειάζεται, όμως, πολλή προσοχή, ώστε να υπάρχει σαφής διάκριση και οριοθέτηση από τη συμβουλευτική και το θεραπευτικό έργο, μια και ο κίνδυνος που απορρέει είναι να αλλάξει ο ρόλος των Κέντρων Πρόληψης -που είναι η παρέμβαση πριν εμφανιστεί το πρόβλημα και όχι η διαχείρισή του-, δηλαδή να έχουμε μια «πρόληψη κατ’ όνομα».

Γιατί χρειάζεται η στήριξη του έργου μας μέσα από μια ριζική θεσμική αλλαγή

Τα έργο των Κέντρων Πρόληψης εστιάζει στην πρωτογενή και καθολική πρόληψη. Ως τέτοιο έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως πρωτοποριακό και παραγωγικό, παρόλα αυτά εδώ και χρόνια οδηγούνται σε υποβάθμιση και αποδυνάμωση, με δύο τρόπους:

1). Με την αναπαραγωγή του θεσμικού προβλήματός τους, που δομείται με τη μορφή μιας τεράστιας γραφειοκρατίας γύρω από τον «άρρωστο» πυρήνα 67 αστικών εταιρειών, που καθεμιά τους συνεργάζεται με τον ΟΚΑΝΑ (έναν οργανισμό εξειδικευμένο στη χορήγηση υποκαταστάτων).

2). Με τους σχεδιασμούς για αλλαγή της κοινοτικής φιλοσοφίας τους και του κοινοτικού έργου τους.

Η φιλοσοφία και το έργο των εργαζόμενων στα Κέντρα Πρόληψης πρέπει να διατηρήσει τον ανοιχτό, πλατύ και ποικιλόμορφο χαρακτήρα του ως προς τις παρεμβάσεις πρόληψης στην κοινότητα (πρωτογενής και καθολική πρόληψη). Ιδιαίτερα, μάλιστα, σε εποχή κρίσης, ο χαρακτήρας αυτός χρειάζεται να καλλιεργηθεί και άλλο, να εμβαθύνει, σε όφελος της απαιτούμενης κοινωνικής συγκρότησης και συνοχής.

Οι εργαζόμενοι των Κέντρων Πρόληψης, εδώ και χρόνια, έχουμε ανταποκριθεί στις αυξημένες κοινωνικές ανάγκες, αυξάνοντας όμοια τις παρεμβάσεις μας, μέσα όμως σε ένα θεσμικό πλαίσιο απαγορευτικό.

Αν το πλαίσιο αυτό δεν αλλάξει, με αρχή τη δημιουργία ενός ενιαίου φορέα των Κέντρων Πρόληψης στη θέση των 67 αστικών εταιρειών και των συνεργασιών τους με έναν φορέα -τον ΟΚΑΝΑ- που δεν μπορεί να στηρίξει επιστημονικά την πρόληψη, τότε η πρόληψη των εξαρτήσεων θα γίνει καρικατούρα του εαυτού της. Με αποτέλεσμα «δράσεις»-πασαλείμματα, στη θέση των παρεμβάσεων πρόληψης, και άρα αναπόφευκτη αύξηση της κατάχρησης και της εξάρτησης.

Η πολιτεία χρειάζεται να τολμήσει, θέτοντας το καλό της κοινωνίας πάνω από τα συμφέροντα κάποιων λιγοστών «παραγόντων», που θέλουν τα Κέντρα Πρόληψης εργαλεία μικροπολιτικής δουλειάς, ακόμα και σκουριασμένα, ακόμα και διαλυμένα, χωρίς ψυχή και προσανατολισμό ακριβώς εκεί όπου οι μικροπολιτικές παρεμβάσεις είναι πιο έντονες.

Είναι καθήκον και ευθύνη όλων των εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης και των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, με τους οποίους συνεργαζόμαστε πανελλαδικά, να αποτελέσουμε ζωντανό παράδειγμα όλων όσων πρεσβεύουμε μέσα από τη δουλειά μας, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό μας τόσο για την επίλυση του θεσμικού προβλήματος όσο και για την υπεράσπιση του κοινοτικού, πλατύ χαρακτήρα της δουλειάς μας. 

*Ψυχολόγος, Επιστημονικά Υπεύθυνη του Κέντρου Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Π.Ε. Λευκάδας «Δίαυλος»

Μεγάλο μέρος του άρθρου έχει βασιστεί στο βιβλίο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης «Κοινότητα, πρόληψη των Εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», διαθέσιμο στο ιστολόγιο του Σωματείο.




Γιατί χρειάζεται ένας νέος, ενιαίος φορέας των Κέντρων Πρόληψης;


alt

Του Τάσου Καραφουλίδη* (4.7.2017)

Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας και από το 2007 μέχρι σήμερα στο Διοικητικό Συμβούλιο -αρχικά ως Αντιπρόεδρος και στη συνέχεια ως Πρόεδρος- του Κέντρου Πρόληψης των Εξαρτήσεων & Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «ΠΝΟΗ», που δραστηριοποιείται στην Περιφερειακή Ενότητα Χαλκιδικής.

Στην αρχή δεν ήξερα για τις εξαρτήσεις, τα αίτιά τους και την πρόληψη. Φανταζόμουν διάφορα και νόμιζα ότι κάτι ήξερα και εγώ, όμως αποδείχθηκαν άλλα λίγα και άλλα άσχετα. Όλα αυτά τα χρόνια προσπαθώ να γνωρίσω τι σημαίνουν όλα αυτά που αφορούν μια υπηρεσία που χρειάζεται να διοικώ, πράγμα που τελικά δεν είναι αυτονόητο, όπως κατάλαβα στην πορεία. Ακόμα και το ότι μπορώ τώρα να λέω ότι «προσπαθώ», πιστεύω ότι είναι ένα προχώρημα που έχω κάνει στη ζωή μου, σε σχέση με το να λέω ότι «ξέρω». Και αυτό, νομίζω, σημαίνει ότι κάτι έχω αρχίσει να καταλαβαίνω για την πρόληψη, το σκεπτικό της, το πνεύμα της. Και το οφείλω στις εργαζόμενες του Κέντρου Πρόληψης, στην υπομονή τους να μου εξηγούν και να με ενημερώνουν όλα αυτά τα χρόνια, κυρίως όμως στη δουλειά τους στις τοπικές κοινωνίες της Χαλκιδικής και σε όσα παίρνω πίσω από τον κόσμο για τη δουλειά αυτή.

Είναι πολύς ο κόσμος αυτός. Γονείς, δάσκαλοι, καθηγητές, νηπιαγωγοί, ιερείς, αστυνομικοί, αιρετοί, επαγγελματίες υγείας που έχουν παρακολουθήσει ομάδες του Κέντρου Πρόληψης. Είναι και οι επαγγελματίες άλλων κοινωνικών υπηρεσιών, που με καθοριστικό τον ρόλο των εργαζομένων της «ΠΝΟΗΣ» έχουν φτιάξει εδώ και χρόνια μία ομάδα δικτύωσης με σκοπό τη συνεργασία, την αλληλοβοήθεια, και τη σωστή παρέμβαση για πολλά ζητήματα και έχουν δώσει απαντήσεις σε κρίσιμες καταστάσεις. Είναι οι ομάδες αυτοδιαχείρισης, είναι οι μικτές ομάδες Διευθυντών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, είναι -το πιο πρόσφατο- η θεματική εβδομάδα για τους μαθητές των Γυμνασίων του νομού μας, είναι οι άνθρωποι που έχουν πρόβλημα κι έρχονται στο Κέντρο Πρόληψης, το οποίο με απλά λόγια είναι «πρώτη πόρτα» που χτυπά ένας ολόκληρος νομός.

Καταλαβαίνω, πια, ότι όλη αυτή η προσφορά στις τοπικές κοινωνίες δεν είναι απλά δουλειά. Είναι δέσμευση, φροντίδα και αυτοθυσία. Δεν μπορεί καθένας να κάνει πρόληψη, όσα πτυχία και να έχει. Γιατί η προσφορά αυτή, δηλαδή η πρόληψη που απλώνεται σε όλους χωρίς εξαιρέσεις, ταιριάζει σε ανθρώπους που νοιάζονται και καταλαβαίνουν. Αλλά και επειδή η προσφορά γίνεται σε συνθήκες που κανένας δεν μπορεί να αντέξει, αν βάζει την ατομική του ηρεμία πάνω από το κοινό καλό.

Είμαι Πρόεδρος σε μια αστική εταιρεία, που επιχορηγείται με δημόσιους πόρους, δηλαδή από τα δύο Υπουργεία Υγείας και Εσωτερικών (κατά 50% το καθένα). Στα 11 χρόνια που «περπατάω» -αλλά και πρωτύτερα από τα έγγραφα που είδα όταν ανέλαβα καθήκοντα- η χρηματοδότηση ήταν προβληματική.Υπήρξαν διαστήματα -και πριν κορυφωθεί η γενική οικονομική κρίση- που η κατάσταση ήταν τόσο δύσκολη που χρειάστηκε να αναβάλλουμε και ομάδες.

Στα 18 και πλέον χρόνια που λειτουργεί η αστική εταιρεία, υπογράφει συμβάσεις συνεργασίας με τον ΟΚΑΝΑ από τον οποίο ελέγχεται οικονομικά και επιστημονικά.Πριν λίγες μέρες ο ΟΚΑΝΑ μας προώθησε έγγραφο του Υπουργείου Υγείας -με το οποίο διαφωνώ- και μας ζητείται να στείλουμε από φέτος αναλυτικό προγραμματισμό για τις ομάδες που θα κάνουν στα σχολεία του χρόνου! Όπως μου εξήγησε το επιστημονικό προσωπικό, οι ομάδες δημιουργούνται εδώ και πολλά χρόνια από τα αιτήματα που εκφράζουν οι πολίτες και αν η δράση δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες, δεν έχει και αποτέλεσμα. Δηλαδή ζητούν από το επιστημονικό προσωπικό να κάνει κάτι που δεν είναι επιστημονικό.

Αλλά δεν είναι λίγα και τα προβλήματα που προέρχονται από τον τρόπο με τον οποίο η τοπική αυτοδιοίκηση συμμετέχει στο Κέντρο Πρόληψης μέχρι σήμερα. Και αν στο δικό μας Κέντρο Πρόληψης έχουμε καταφέρει να καταθέτουν τις εισφορές τους στην πλειοψηφία τους τα μέλη-εταίροι, δεν ισχύει το ίδιο σε πολλά Κέντρα Πρόληψης της χώρας, που είναι 75. Σε κάποια από αυτά, μάλιστα, οι Διοικήσεις όχι μόνο δεν προσπαθούν καν να καταλάβουν τι είναι η πρόληψη, αλλά παρεμβαίνουν στο επιστημονικό έργο, επιβάλλοντας στους εργαζόμενους να κάνουν πράγματα που δεν είναι επιστημονικά. Αντί να ευχαριστούν για τη μοναδική δυνατότητα που τους δίνεται, να μάθουν κάτι για τη ζωή στην κοινωνία και για τον εαυτό τους, όταν διορίζονται από τους φορείς τους εκπρόσωποι στις διοικήσεις των Κέντρων Πρόληψης, κάνουν ότι τα ξέρουν όλα και δυσκολεύουν κι άλλο το δύσκολο έργο της πρόληψης. Διάβασα με πολλή προσοχή τέτοια παραδείγματα τα οποία έχουν καταγράψει οι εργαζόμενοι στο ηλεκτρονικό βιβλίο «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης».

Αυτή η αντίληψη «ιδιοκτησίας» ενός Κέντρου Πρόληψης, από όπου και αν προέρχεται, είναι καταστροφική για τη δουλειά των εργαζομένων, για την προσφορά τους στους πολίτες των τοπικών κοινωνιών. Δυστυχώς, τη συναντώ ολοένα περισσότερο, όσο οι ίδιοι εργαζόμενοι την αποκαλύπτουν, σαν να προσπαθούν κάποιοι να τους τιμωρήσουν επειδή λένε την αλήθεια και αγωνίζονται να δοθεί τέλος σε όλη αυτή την κατάσταση.

Το μόνο που έχω να πω κλείνοντας, είναι ότι ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου ιδιοκτήτη» του Κέντρου Πρόληψης Χαλκιδικής. Η πρόληψη δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, είναι δικαίωμα των πολιτών που υπηρετούμε και υπόθεση όλων. Για αυτό το λόγο πρέπει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας να αλλάξει τελείως.

Πώς; Με τη μελέτη, αρχικά και συζήτηση στη συνέχεια, της πρότασης των εργαζομένων, που με πολύ τεκμηριωμένο τρόπο ζητούν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου, ενιαίου φορέα των Κέντρων Πρόληψης.

Είναι εφικτό αυτό σήμερα; Αν διαβάσουμε προσεκτικά την πρόταση των εργαζομένων ως έχει και όχι όπως αυτή διαστρεβλώνεται από τρίτους, τότε ναι είναι εφικτό – ειδικά σήμερα.

Καλό είναι όλα τα μέλη των Διοικήσεων Κέντρων Πρόληψης να μελετήσουμε την πρόταση των εργαζομένων, που την ψήφισαν στις Γενικές Συνελεύσεις τους. Εκεί θα δούμε ότι δεν «πετιέται έξω» η τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά περιλαμβάνεται με νέους όρους, με δημοκρατία και με διαφάνεια. Και όπως γνωρίζουμε όλοι, μια Γενική Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο δημοκρατικό όργανο, γι’ αυτό και βάσει των καταστατικών των Κέντρων Πρόληψης ορίζεται από αυτήν να εκλέγονται τα μέλη των Διοικητικών τους Συμβουλίων.

Οι εργαζόμενοι, με όλη τη διαδικασία που ακολούθησαν και την πρότασής τους για αυτόνομο ενιαίο φορέα των Κέντρων Πρόληψης μας διδάσκουν δημοκρατία, διαφάνεια και εργατικότητα. Ή είμαστε μαζί τους και στηρίζουμε την πρότασή τους, για να αλλάξουν τα πράγματα και να μπορούν να προσφέρουν στις τοπικές κοινωνίες μας ή είμαστε απέναντί τους.

Έχω πάρει την απόφασή μου και την εκθέτω εδώ ανοιχτά. Καλώ και τους υπόλοιπους Διοικούντες των Κέντρων Πρόληψης να κάνουν το ίδιο.

Καλή δύναμη στους εργαζομένους, στον δίκαιο αγώνα τους. Όσο παραμένει τέτοιος, ως εκπρόσωπος της αυτοδιοίκησης στο Κέντρο Πρόληψης Χαλκιδικής, θα είμαι μαζί τους.

*Ο Τάσος Καραφουλίδης είναι Πρόεδρος του Κέντρου Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «ΠΝΟΗ» της Π.Ε. Χαλκιδικής, ως εκπρόσωπος του Δήμου Πολυγύρου με την ιδιότητα του Δημοτικού Συμβούλου.




Σύγχρονες απαιτήσεις στην πρόληψη των εξαρτήσεων. Το χάσμα μεταξύ διαπίστωσης και απάντησης.


alt

Συλλογικό* (23.6.2017)

Σε ό,τι έχει παραχθεί, εφαρμόζεται και αξιολογείται στο πεδίο της πρόληψης, οφείλουμε πλέον να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι -λόγω της κορύφωσης της ολόπλευρης, παγκόσμιας κρίσης, μάλιστα με τη χώρα μας ως ένα από τα επίκεντρά της- αντιμετωπίζουμε έναν συνδυασμό διόγκωσης και ραγδαίων, βαθειών ποιοτικών μετατοπίσεων στο πεδίο της ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης και των επιπτώσεών της, μάλιστα με συμπίεση των υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας. (1)

Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύεται επιτακτική τουλάχιστον η ανάγκη αναστοχασμού επί του επιστημονικού και επιστημολογικού υποβάθρου των παρεμβάσεων που υλοποιούνται, στη βάση της εμπειρίας των εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης (ΚΠ), όπως αυτή προκύπτει από σχέσεις, από τη συμμετοχή μας στις πραγματικές, καθημερινές διεργασίες των τοπικών κοινωνιών – ώστε να βελτιωθεί η προσφορά μας.

Ξεκινάμε με τη διαπίστωση ότι ο κυρίαρχος επιστημονικός λόγος και οι πρακτικές που συνδέονται με αυτόν βαρύνονται από μια α-πολιτική και α-χρονική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων. Φυσικά, η στάση αυτή δεν σταματά ούτε τη χρονικότητα ούτε τις θεμελιώδεις πολιτικές συνάψεις των κοινωνικών φαινομένων, πράγμα που σημαίνει τη δημιουργία ενός κενού μεταξύ υπαρκτών ζητημάτων και αντιμετώπισής τους. Σημαίνει, όμως, και κάτι παραπάνω: Ειδικά όσον αφορά τη σύνδεση πολιτικού και κοινωνικού στις κοινωνικές υπηρεσίες, «ιδιαίτερα απ’ το τμήμα εκείνο της εργατικής τάξης, που απασχολείται σε υπηρεσίες προνοιακού χαρακτήρα, αναμένονται συγκεκριμένες στάσεις και αντιλήψεις, συγκεκριμένοι σχεδιασμοί και εφαρμογές, που αντιστοιχούν στα ιδεολογήματα, τις επιδιώξεις και τα μέσα του εφαρμοζόμενου κάθε φορά μοντέλου “Κράτους Πρόνοιας”. Το τέτοιου τύπου επιστημονικό έργο είναι, λοιπόν, κατ’ εξοχήν πολιτικό, είτε ως εναρμονιζόμενο στα κυρίαρχα πολιτικά προτάγματα είτε ως αντιτασσόμενο και αντιστεκόμενο σ’ αυτά. Το κομμάτι των αντιναρκωτικών πολιτικών δεν αποτελεί εξαίρεση. […] Ο όχι σπάνιος ισχυρισμός ότι επιστημονικό έργο και πολιτική θέση και δράση είναι διαχωριστέα, εθελοτυφλεί μπρος στην πραγματική ιστορική κίνηση και την καθημερινή συμμετοχή σ’ αυτήν όλων των ανθρώπων, ιδιαίτερα μάλιστα των εργαζομένων, επιστημόνων και μη. Τέτοια άρνηση κατοχυρώνει για τον εαυτό της μια -ανεπαρκώς- απενοχοποιημένη θέση παθητικής στήριξης των εκάστοτε πολιτικών, τουλάχιστον στον βαθμό που αυτές εφαρμόζονται με -προσαρμοσμένα στο εκάστοτε κυρίαρχο μοντέλο “Κράτους Πρόνοιας”- επιστημονικά μέσα». (2), (3)

«Άτομο» ή Άνθρωπος;

Οι λειτουργοί πρόληψης δεν είμαστε απαλλαγμένοι/ες από αυτά τα άχθη, τόσο ως προς την προσέγγιση του φαινομένου της εξάρτησης όσο και ως προς τον ρόλο των «επαγγελματιών», κατά συνέπεια. Οι τελευταίοι/ες δεν παύουν να είναι υποκείμενα συγκεκριμένων ιστορικών συγκειμένων – δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη «ανοσία» ως προς τις κυρίαρχες επιταγές, τουλάχιστον όχι ντετερμινιστικά, εκ θέσεως και ρόλου. Η υιοθέτηση ατομοκεντρικών και μηχανιστικών/τεχνοκρατικών προσεγγίσεων της πρόληψης, ως αποτέλεσμα, κάθε άλλο παρά εκλείπει, ιδιαιτέρως καθώς τροφοδοτείται από τη διάχυτη πίεση για «ποσοτικά αποτελέσματα», μάλιστα σε ένα πεδίο παρέμβασης εντάσεως ποιότητας και χωρίς ενίσχυση των δομών με προσωπικό. Έτσι προκύπτουν, για παράδειγμα, παρεμβάσεις με στόχο κατά κύριο λόγο την «ενδυνάμωση του ατόμου» και στην καλύτερη περίπτωση του οικογενειακού του περιβάλλοντος, θεωρώντας αμετάβλητο ή δευτερεύουσας σημασίας το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο οι παρεμβάσεις αυτές υλοποιούνται. Στο πλαίσιο αυτό, συχνά προτείνονται -σε μια κλίμακα που ξεκινά από τα Υπουργεία, περνά από τον ΟΚΑΝΑ και φτάνει ως τις 67 διαφορετικές διοικήσεις των αντίστοιχων αστικών εταιρειών που λειτουργούν Κέντρα Πρόληψης καθώς και σε δημοτικές και περιφερειακές αρχές- «δράσεις» αποσπασματικές, κατακερματισμένες και με ελάχιστες δυνατότητες όσον αφορά τους διακηρυγμένους στόχους της πρόληψης, με λειτουργούς ενίοτε να τις υιοθετούν παρ’ όλα αυτά.

Από καθέδρας ή από τη βάση;

Βασικό χαρακτηριστικό του κυρίαρχου επιστημονικού λόγου και των πρακτικών που συνδέονται με αυτόν, παραμένει η έμφαση στους/στις «ειδικούς», ως κατόχους, φορείς και μέσης κλίμακας διαχειριστές της επιστημονικής γνώσης – ρόλος που συχνά υιοθετείται στο πλαίσιο μιας κατ’ ουσία αμυντικής στάσης των λειτουργών πρόληψης, απέναντι σε αντιλήψεις επενδυμένες με ισχύ/κύρος και βιωμένες ως απειλητικές: «μόνο οι θεραπευτές προσφέρουν σοβαρό έργο», «η πρόληψη δεν είναι επιστημονική, αφού δεν έχει μετρήσιμα αποτελέσματα» κ.ά. Η ίδια η επικρατούσα ονομασία των λειτουργών πρόληψης ως «στελέχη πρόληψης» -ένα δάνειο που εμπεριέχει, καλλιεργεί και αναπαράγει ταυτότητες, ρόλους, αντιλήψεις επαγγελματικών χώρων άσχετων με την παροχή φροντίδας και τη δουλειά στην κοινότητα- είναι ενδεικτική μιας αμυντικής στάσης που απεμπολεί έναν πλούτο αξιών, γνώσεων, εμπειρίας, επιστημονικών κατακτήσεων και σχέσεων. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, που δεν εξασφαλίζει καν την παροχή εποπτείας των επιστημονικών ομάδων των ΚΠ και των παρεμβάσεών τους -προαπαιτούμενα σε κάθε πλαίσιο υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υγείας-, εντείνει τις έτσι  εκφραζόμενες, ακραίες εναλλαγές μεταξύ αισθήματος αδυναμίας και παντοδυναμίας του/της «ειδικού της πρόληψης».

Σε κάθε περίπτωση, με την υιοθέτηση ενός αδιαπραγμάτευτου ρόλου «ειδικού» από τους/τις λειτουργούς πρόληψης, επιφυλάσσονται ρόλοι παθητικών αποδεκτών στους πολίτες, στους οποίους απευθύνονται οι παρεμβάσεις και που, έτσι, κινδυνεύουν με μια διαχειριστικού τύπου υπαγωγή σε τεχνητές και απρόσωπες καταστάσεις «αποδέκτη», «ωφελούμενου», «περιστατικού», «ομάδας-στόχου», κ.ο.κ. (4)

Από τα «εργαλεία» στις σχέσεις

Σε τέτοια συμφραζόμενα, τα «εργαλεία» υλοποίησης της παρέμβασης γίνονται αυτοσκοπός, αποκόπτονται από την πραγματικότητα της κοινότητας ή των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται και από την προσπάθεια για θετική αλλαγή των όρων ζωής τους, που οφείλουν να υπηρετούν. Περαιτέρω, ενώ στις παρεμβάσεις πρόληψης υπάρχουν εγγενείς και προφανείς ποιότητες συμμετοχής των ανθρώπων και των ομάδων τους, η συμμετοχή αφορά, πια, μια προκαθορισμένη παρέμβαση που σχεδιάζουν και εφαρμόζουν «κάποιοι άλλοι», πολλές φορές μάλιστα αρχικά επινοημένη ως πνευματικό προϊόν σε πολιτισμικά πλαίσια (εθνικά, τοπικά) πολύ διαφορετικά από τα πλαίσια και υπο-πλαίσια, στα οποία επιχειρείται η αυτούσια μεταφορά τους κατόπιν.

Έτσι, συχνά η υλοποίηση και αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων εξαρτάται κάθε φορά από τους ίδιους τους «ειδικούς», την αφοσίωση τους, τις γνώσεις τους, την ενέργεια που καταθέτουν. Ως συνέπεια, ναρκοθετείται η παραγωγή βιώσιμων αποτελεσμάτων, αφού οι παρεμβάσεις, δομημένες γύρω από συγκεκριμένα πρόσωπα, δυάδες, ομάδες «ειδικών», στην καλύτερη περίπτωση διαρκούν όσο αυτοί/ές είναι παρόντες/ούσες.

Ομοίως, η προσέγγιση της βιωματικής εκπαίδευσης σε δεξιότητες ζωής που εκπαιδεύουν, θεραπεύουν και προάγουν την προσωπική ανάπτυξη και την ψυχοκοινωνική υγεία του ανθρώπου (5), την οποία υιοθετούν οι λειτουργοί των ΚΠ, είναι βέβαια πιο αποτελεσματική σε σχέση με τις κυρίαρχες προσεγγίσεις του απώτερου παρελθόντος. Στον βαθμό, όμως, που οι δεξιότητες μεταλλάσσονται σε φιλοσοφικό επίκεντρο της πρόληψης, εκτοπίζοντας τη σημασία της ενίσχυσης των υποστηρικτικών συστημάτων που περιβάλλουν τον άνθρωπο, ώστε να δημιουργείται ένα προστατευτικό συνεχές, ένα κοινοτικό πλαίσιο-ανάχωμα στην ανάπτυξη συμπεριφορών «υψηλού κινδύνου», δεν αποτελούν παραμέτρους ικανών θετικών μετατοπίσεων, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες. Στην πραγματικότητα, η τέτοια υπερεκτιμημένη προσέγγιση της ανάπτυξης δεξιοτήτων συνιστά πρόληψη, στον ίδιο βαθμό που η διαχείριση συνιστά αλλαγή και η τεχνική συνιστά όραμα.

Το αύριο καλεί σε αναστοχασμό -και όχι σκέτη πράξη- σήμερα

Με άλλα λόγια, στην προσπάθεια για ειλικρινά σύγχρονες, κοινωνικά αποτελεσματικές παρεμβάσεις πρόληψης, οι διαπιστώσεις περί κρίσης χρειάζεται να συμπεριλαμβάνουν τον παραγόμενο εντός αυτής κυρίαρχο επιστημονικό λόγο και τις πρακτικές που αυτός αναγνωρίζει, προωθεί, νομιμοποιεί. Να εισδύουν στον εντοπισμό όψεών του, στην κατανόησή τους, στην έγερση ερωτημάτων γύρω από αυτές – πάντως όχι να τις θεωρούν δεδομένες. Η αλλαγή και το καινούριο στον άνθρωπο και την κοινότητα δεν μπορεί να επέλθουν στη βάση μιας αλλοτριωμένης επιστήμης, που σκέφτεται, παράγει και εφαρμόζει βάσει αυτοματισμών, δηλαδή αναποτελεσματικά ως προς τις πρωτότυπες ανάγκες και απαιτήσεις της κοινότητας.

* Απόσπασμα από το Κεφάλαιο Ε΄ του συλλογικού έργου του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας: «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης. Φιλοσοφία, πρακτική, προβλήματα, προτάσεις» (Νοέμβριος 2016, διαθέσιμο στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html).

____________________________________________________________________

Βιβλιογραφία:

(1) Karanikolos, M., Mladovsky, Ph., Cylus, J., Thomson, S.,  Basu, S., Stuckler, D., Mackenbach, J.P.., McKee, M. (2013). Financial crisis, austerity, and health in Europe. The Lancet. v. 381, no. 9874 (April 2013), σ. 1323-1331.

(2) Λάιος, Ν. (2011). «Κράτος Πρόνοιας» και πρόληψη των εξαρτήσεων στην σκιά της εξατομικευμένης ευθύνης. Τετράδια Ψυχιατρικής, τ. 114 (Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2011), σ. 20-34.

(3) Για το ζήτημα της σταθερής σύνδεσης πολιτικού και κοινωνικού καθώς και της σταθερής προϋπόθεσης πολιτικοϊδεολογικής επιλογής σε κάθε επιστημονικό εγχείρημα (θεωρητικό και στο πεδίο), δες ακόμα: α). Bleier, R. (1979): Social and political bias in science: an examination of animal studies and their generalizations to human behaviors and evolution και, β). Longino, H. (1983). Beyond “Bad Science”: Skeptical Reflections on the Value-Freedom of Scientific Inquiry. Science, Technology, & Human Values, Vol. 8, No. 1 (Winter, 1983), σ. 7-17.

(4) Ζαφειρίδης, Φ., Λαϊνάς, Σ., Γκιουζέπας, Στ. (2003). Το πρόβλημα των ναρκωτικών και ο νέος ρόλος του λειτουργού υγείας. Εισήγηση σε Ημερίδα του Κέντρου Πρόληψης Π.Ε. Ημαθίας «Πρόσβαση». Διαθέσιμο στο http://www.selfhelp.gr/attachments/article/18/veroia.pdf

(5) Bergeret J. (1999). Τοξικοεξάρτηση και Προσωπικότητα, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.





Για μια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας τομών και μετατοπίσεων.

alt

Ο ρόλος των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων.

Λάιος Ν., Παπακώστα-Γάκη Ε., Χατζηνταή Α., Παπανώτα Μ., Παπαδάτου Ε., Παπαλάμπρου Β., Θεοδώρου Θ.*(31.5.2017)

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ – 2015), η Ευρώπη εμφανίζει τα μεγαλύτερα ποσοστά κατανάλωσης αλκοόλ και καπνού, δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου πρόωρων θανάτων. Η μείωση χρήσης καπνού και αλκοόλ, που έχει σημειωθεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, δεν κρίνεται αρκετή από τον ΠΟΥ στο πλαίσιο των στόχων που θέτει, για μείωση των λεγομένων «χρόνιων ασθενειών» παγκοσμίως σε ποσοστό 30% έως το 2025. Τέλος, υπογραμμίζει τα οφέλη που μπορεί να έχει για την υγεία η έμφαση στη μείωση των παραγόντων κινδύνου αναφορικά με την υψηλή κατανάλωση αλκοόλ και καπνού, και τις επιβλαβείς διατροφικές συνήθειες. (1)

Η τελευταία έκθεση του ΕΚΤΕΠΝ, για μια ακόμη χρονιά αναφέρει ότι «η πρόληψη των ουσιοεξαρτήσεων στην Ελλάδα υλοποιείται κυρίως από το πανελλαδικό δίκτυο των 75 Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας» (2). Τα Κέντρα Πρόληψης (ΚΠ), συμβάλουν, μέσω βιωματικών δράσεων μακράς και βραχείας διάρκειας, στην ψυχική ενδυνάμωση και ευημερία των ανθρώπων, στη βελτίωση των σχέσεών τους, στη δημιουργία ομάδων και δικτύων ως πυρήνων κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Σε αυτή τη συνθήκη «κοινωνικής στήριξης» (social support) οι συναισθηματικές εντάσεις μειώνονται ή αποφορτίζονται, το άγχος αντιμετωπίζεται αποτελεσματικότερα και οι ψυχοσωματικές επιπτώσεις του μειώνονται (3).

Τα ΚΠ εδώ και χρόνια, πραγματοποιώντας προγράμματα προαγωγής της υγείας στην Ελλάδα, συντελούν ούτως ή άλλως στην επίτευξη των στόχων που θέτει ο ΠΟΥ, από τη σκοπιά της ιδιαίτερης προσέγγισής τους στην κοινότητα που έχει μια ακόμη ενδιαφέρουσα πτυχή: την εστίαση στην αλλαγή αντιλήψεων, στάσεων και συμπεριφορών ώστε να ενεργοποιούνται τα μέλη της κοινότητας και, συνεργαζόμενα, να αντιμετωπίζουν τα ίδια τα ζητήματα της καθημερινότητάς τους. Έργο ιδιαίτερα υψηλών απαιτήσεων, που σχεδιάζεται, υλοποιείται και αξιολογείται μέσα σε ένα αντίξοο γενικό πλαίσιο και ένα αντίξοο ειδικό θεσμικό καθεστώς λειτουργίας των δομών.

Υπό προϋποθέσεις, που αφορούν τη θεσμική ολοκλήρωσή τους, τα ΚΠ θα μπορούσαν να συνεισφέρουν πιο συγκροτημένα και αποτελεσματικά στο πλαίσιο μιας καλά οργανωμένης, στοχευμένης δικτύωσης νοσοκομείων, κέντρων υγείας, δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), δομών ψυχικής υγείας, δομών αντιμετώπισης της εξάρτησης κ.ο.κ. και διασύνδεσής τους με τη σχολική κοινότητα (εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς) (4).

Η δικτύωση αυτή δεν μεταφράζεται σε κάποιο είδος ένταξης των ΚΠ στο σύστημα ΠΦΥ, αλλά σε μια σαφώς προσδιορισμένη (με πρωτόκολλα κ.λπ.) συνεργασία και διασύνδεση με αυτό. Οι έννοιες της συνεργασίας και της διασύνδεσης (οφείλουν να) παραπέμπουν σε μια κατανόηση σύγχρονων φαινομένων και προσεγγίσεων σύμφωνα με την οποία τα συστήματα υγείας είναι πιο αποτελεσματικά εφ’ όσον διατηρείται η αυτοτέλεια κάθε φορέα, κάθε προσέγγισης, εμπειρίας και κουλτούρας. Μέσω μιας τέτοιας συνθετότητας και πολυφωνίας, στον αντίποδα δυσκίνητων και απρόσωπων συγκεντρωτικών σχημάτων, οι δυνατότητες καλύτερης προσφοράς στην κοινότητα και τον άνθρωπο πολλαπλασιάζονται.

Δυνατότητες συμβολής των Κέντρων Πρόληψης στην ΠΦΥ

Τα επίπεδα τέτοιας συνεισφοράς των ΚΠ στην ΠΦΥ, με οδηγό όσα οι εργαζόμενοί/ές τους εδώ και 20 χρόνια υλοποιούν στην κοινότητα, μπορεί να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

α). Συμβολή στην αρχική πληροφόρηση των αρμοδίων για μια νέα δομή ΠΦΥ, σχετικά με τοπικές ιδιαιτερότητες, ανάγκες και αιτήματα, όπως αποτυπώνονται μέσα από το ξεδίπλωμα των παρεμβάσεων των ΚΠ στην κοινότητα.

β). Συμμετοχή στην ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των μελών τοπικών κοινοτήτων, όπου υπάρχει σκέψη ίδρυσης μονάδων ΠΦΥ – καθώς οι δομές αυτές, προκειμένου να ριζώσουν στην κοινότητα, οφείλουν να στηθούν κατόπιν προεργασίας στην κοινότητα και με την κοινότητα.

γ). Συμμετοχή στη βιωματική εκπαίδευση του προσωπικού των μονάδων ΠΦΥ γύρω από την αιτιολογία των εξαρτήσεων και των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων καθώς και γύρω από τη χρήση βιωματικών μεθόδων πρόληψης και προαγωγής της υγείας στο δικό τους αντικείμενο.

δ). Συμβολή ιδιαιτέρως στην εκπαίδευση του προσωπικού των μονάδων ΠΦΥ γύρω από τη φιλοσοφία, τη μεθοδολογία, τις πρακτικές, τις αξίες και αρχές της πρωτογενούς και καθολικής πρόληψης, στην οποία επικεντρώνουν τα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας.

ε). Συμβολή στη στήριξη του προσωπικού των μονάδων ΠΦΥ γύρω από ζητήματα λειτουργίας, συντονισμού και εποπτείας σύνθετων διεπιστημονικών ομάδων – μοντέλο με το οποίο τα Κέντρα Πρόληψης λειτουργούν επί 20ετία και διαθέτουν μια σημαντική τεχνογνωσία.

στ). Συνέργειες με μονάδες ΠΦΥ για κοινές παρεμβάσεις πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας στην κοινότητα, όπου κρίνεται ότι υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη για μια σύνθεση ζητημάτων επιπέδου σωματικής υγείας και ψυχοκοινωνικής υγείας, και στη βάση πρωτοκόλλων συνεργασίας με καθορισμένους τους σχετικούς ρόλους και αρμοδιότητες κάθε συνεργαζομένου μέρους.

ζ). Διάχυση της 20ετούς τεχνογνωσίας των Κέντρων Πρόληψης γύρω από το ζήτημα της δικτύωσης -υψηλότερο επίπεδο της οποίας είναι η διασύνδεση (επικοινωνία, συνεργασία, συντονισμός, διασύνδεση)- καθότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της φιλοσοφίας και των παρεμβάσεων των Κέντρων Πρόληψης.
η). Συμμετοχή σε δίκτυα διερεύνησης αιτημάτων στην κοινότητα και σε δίκτυα παραπομπών, πολλαπλών κατευθύνσεων και επιπέδου τοπικού, περιφερειακού, εθνικού, καθώς και παροχή εκπαίδευσης του προσωπικού των μονάδων ΠΦΥ γύρω από τα ζητήματα αυτά, για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη κάλυψη των υπαρκτών αναγκών. (5)

Με τον τρόπο αυτό, τα ΚΠ μπορούν να συνεισφέρουν στη δημιουργία προϋποθέσεων για υπηρεσίες ΠΦΥ πλουραλιστικές, με συνέχεια, ευελιξία και αποτελεσματικότητα στη διασύνδεσή τους με άλλες μη ιατρικές υπηρεσίες. Καθώς και να συμβάλουν στον μετασχηματιστικό χαρακτήρα των υπηρεσιών ΠΦΥ ώστε να μην καταστούν μονοδιάστατα παραπεμπτικές, διαχειριστικές και γραφειοκρατικές:εν τέλει να μην είναι αποξενωμένες από την κοινότητα και τις ανάγκες της, αλλά να συντείνουν στην ενεργοποίηση των ανθρώπων γύρω από τα ζητήματα υγείας που αφορούν τις κοινότητές τους, άρα και καθέναν/καθεμιά ξεχωριστά.

Γιατί τα Κέντρα Πρόληψης δεν είναι οργανικό τμήμα της ΠΦΥ

Ας σημειωθεί ότι, αφ’ ενός, οι διεπιστημονικές ομάδες των ΚΠ εδώ και πολλά χρόνια παρέχουν εκπαίδευση σε υγειονομικό προσωπικό νοσοκομείων και κέντρων υγείας, σε ζητήματα που αφορούν μη ιατρικές όψεις της εξάρτησης, ενώ αναπτύσσουν και κοινές παρεμβάσεις πρόληψης στη σχολική και ευρύτερη κοινότητα, κυρίως για ζητήματα που αφορούν το κάπνισμα και το αλκοόλ,, και με διακριτούς ρόλους στο πλαίσιο των συνεργασιών.

Αφ’ ετέρου, τα ΚΠ δεν συνιστούν οργανικό τμήμα του συστήματος ΠΦΥ στην Ελλάδα. Οι Rogers και Veale προειδοποιούν ότι ο όρος Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας επενδύεται με διαφορετικές σημασίες από διαφορετικούς ανθρώπους (6), άρα χρειάζεται να είμαστε συγκεκριμένοι. Σύμφωνα με το λεξικό υγείας Mosby’s ο όρος σημαίνει την «πρώτη επαφή σε ένα δεδομένο επεισόδιο ασθένειας, που οδηγεί σε μια απόφαση αναφορικά με την πορεία δράσης προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα υγείας» (7). Παρότι η φιλοσοφία των πιο προωθημένων (ολιστικών) προτάσεων ΠΦΥ μοιάζει πολύ με αυτή της πρωτογενούς-καθολικής Πρόληψης των εξαρτήσεων και της προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας, στόχος της τελευταίας δεν είναι καθόλου η διάγνωση κάποιας «ασθένειας» και η παραπομπή, αλλά η παρέμβαση στον λεγόμενο «υγιή πληθυσμό» πριν εμφανιστεί κάποιο «πρώιμο σύμπτωμα» επιπέδου ψυχοκοινωνικής υγείας και η ενδυνάμωση των εγγύς στα παιδιά και στους νέους ενηλίκων, ώστε να προλαμβάνουν οι ίδιοι/ες την εκδήλωση του τέτοιου τυχόντος «συμπτώματος».

Η υποδοχή αιτημάτων βοήθειας στα ΚΠ (που δεν έχει σχέση με διάγνωση ασθένειας) είναι δουλειά συμπληρωματική, περιφερειακού χαρακτήρα, όπου υφίστανται κενά υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο και δεν οδηγεί σε συρρίκνωση των υπηρεσιών πρωτογενούς και καθολικής πρόληψης. Χρησιμοποιούμε δε τους ιατρικούς όρους «υγιής πληθυσμός» και «σύμπτωμα» εδώ μονάχα κατ’ αναγωγή, αφού τα 20 χρόνια προσφοράς μας στην υπόθεση της υποστήριξης της κοινότητας και της ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας ανθρώπων σηματοδοτεί η θεμελιώδης θέση, ότι η εξάρτηση είναι ένα σύνθετο και κατά βάση κοινωνικό φαινόμενο, όχι «ασθένεια» με όρους ιατρικούς ή «πρόβλημα». Είναι, άλλωστε, η θέση μας αυτή που, σε μεγάλο βαθμό, λειτούργησε σαν πυξίδα παρά τις πιέσεις και παλινδρομήσεις, και οδήγησε λ.χ. σε ανταπόκριση σε αυξημένο αριθμό αιτημάτων της κοινότητας για πρωτογενή/καθολική πρόληψη, στην κρίσιμη 5ετία 2010-2014, παρά την υποστελέχωση των Κέντρων Πρόληψης (8 – 12). Εξάλλου, το έργο των λειτουργών πρόληψης, όπως έχει αναπτυχθεί στην Ελλάδα μέσα από την ιδιαίτερη ιστορική εμπειρία των Κέντρων Πρόληψης, δεν «υπάγεται» αποκλειστικά ή κυρίως στο πεδίο της υγείας, αλλά εμπίπτει ισότιμα και στο πεδίο της παιδαγωγικής/εκπαίδευσης, ενώ εφάπτεται αποφασιστικά και με άλλα πεδία, όπως αναφέρουμε στο βιβλίο του Σωματείου μας «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης». (13)

Συμπεράσματα

Η διασύνδεση των ΚΠ και κάθε δομής αντιμετώπισης της εξάρτησης με τις δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας είναι έργο κρίσιμο, δύσκολο και αναγκαίο, προκειμένου να οικοδομηθεί ένα συνεχές προσφοράς και να καλλιεργηθεί μια νέα κουλτούρα του ευ ζην στην κοινωνία, μέσα από συγκρουσιακές μετατοπίσεις που αφορούν, άλλωστε, και τους «ειδικούς» κάθε πεδίου, τις αντιλήψεις, τις αναπαραστάσεις, τις σχέσεις τους κ.λπ.

Η διασύνδεση αυτή, ωστόσο, μπορεί και οφείλει να συγκροτείται ως όντως τέτοια. Δηλαδή όχι ως «υπαγωγή», συγχώνευση ή «κάθετη ανάθεση», αλλά ως δικτύωση, συνεργασία, αλληλοβοήθεια διακριτών υπηρεσιών και συστημάτων, με όρους ισοτιμίας, στα πεδία που οι στόχοι τους συγκλίνουν. (14) Η έννοια ενός συνεχούς δεν υποκαθιστά την έννοια της αυτοτέλειας, αλλά την προάγει σε πολυφωνία και δημοκρατία, παρέχοντας τους απαραίτητους σαφείς όρους και όρια.

Όσον αφορά την πρόληψη, ειδικότερα, η διασύνδεση με την ΠΦΥ είναι έργο που μονάχα μέσω ενός ενιαίου και αυτόνομου φορέα των ΚΠ μπορεί να καταστεί εφικτό και να απλώνεται συγκροτημένα, με συνέχεια και αποτελεσματικότητα μέχρι τη σχολική κοινότητα (μαθητές-εκπαιδευτικοί-γονείς), όπου τα ΚΠ έχουν μια πλούσια εμπειρία και κουλτούρα 20 ετών.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να κατανοηθεί το γεγονός ότι με το υπαρκτό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των Κέντρων Πρόληψης (67 αστικές εταιρείες) η ισχύς μιας συνεργασίας με το σύστημα ΠΦΥ δεν δύναται να αγγίξει τα επιθυμητά και αναγκαία υψηλά επίπεδα, που μπορεί να επιτευχθούν με έναν ενιαίο και αυτόνομο φορέα. Έναν φορέα ασχολούμενο αποκλειστικά με την πρόληψη των εξαρτήσεων, την εκπαίδευση του προσωπικού των ΚΠ, την εσωτερική κατανομή ποικίλων πόρων, την επεξεργασία σχεδίων δράσης και την κεντρική, ενιαία εκπροσώπηση σε εγχειρήματα συνεργασίας κάθε είδους και επιπέδου – τοπικά, περιφερειακά, εθνικά και διεθνώς.

Αν εναποτεθεί τέτοιων διαστάσεων εγχείρημα σε 67 αστικές εταιρείες, μέσα από τους γραφειοκρατικούς δαιδάλους του προσαρμοσμένου σε αυτές θεσμικού πλαισίου των ΚΠ, τότε είναι προορισμένο να αποτύχει όσο και αν οι πιο φιλότιμοι/ες εργαζόμενοι/ες δώσουν, για μια ακόμη φορά, τον καλύτερο εαυτό τους στην κοινή υπόθεση του ανθρώπου και της κοινότητας.

* Εργαζόμενοι/ες σε Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας.

____________________________________________________________________

Παραπομπές

(1) World Health Organization (2015). Targets and beyond-reaching new frontiers in evidence. WHO European Health Report.

(2) ΕΚΤΕΠΝ (2017): Ετήσια Έκθεση 2016. Διαθέσιμο στο http://www.ektepn.gr/Documents/PDF/EE2016.pdf

(3) Ozbay, F.,Johnson, D.C., Dimoulas,E., Morgan, C.A. III, Charney, D. & Southwick, S. (2007). Social Support and Resilience to Stress. From Neurobiology to Clinical Practice. Psychiatry (Edgmont), 2007 May, 4(5), σελ. 35-40.

(4) Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας (2016). Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης. Διαθέσιμο στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο

(5) Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας (2017). Σχόλιο στη δημόσια διαβούλευση του Σ/Ν «Μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας». Διαθέσιμο στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο

(6) Rogers, W. & Veale, B. (2000). Primary Health Care and General Practice: A scoping report. Adelaide: NIS.

(7) Harris, P., Nagy, S. & Vardaxis, N. (eds) (2005). Mosby’s Dictionary of Medicine, Nursing and Health Professions. Elsevier Australia: NSW.

(8) ΕΚΤΕΠΝ (2010): Ετήσια Έκθεση 2010. Διαθέσιμο στο http://www.ektepn.gr/Documents/PDF/ETHSIA%20EKTHESI_2010.pdf.

(9) ΕΚΤΕΠΝ (2011): Ετήσια Έκθεση 2011. Διαθέσιμο στο http://www.ektepn.gr/Documents/PDF/ETHSIA_EKUESH_2011.pdf.

(10) ΕΚΤΕΠΝ (2013): Ετήσια Έκθεση 2012. Διαθέσιμο στο http://www.ektepn.gr/Documents/PDF/EE2012.pdf.

(11) ΕΚΤΕΠΝ (2014): Ετήσια Έκθεση 2013. Διαθέσιμο στο http://www.ektepn.gr/Documents/PDF/ee2013.pdf.

(12) ΕΚΤΕΠΝ (2015): Ετήσια Έκθεση 2014. Διαθέσιμο στο http://www.ektepn.gr/Documents/PDF/Cover.pdf

(13) Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας, όπ.π.

(14) Simoens, S. & Scott, A. (2005). Integrated Primary Care Organizations: To What Extent Is Integration Occurring and Why?Health Services Management Research.(2005, τ. 18, σ. 25-40)



Εξάρτηση στην εποχή της Ανθρωπιστικής Κρίσης. Δυνατότητες των Κέντρων Πρόληψης.

alt

Του Αλέξανδρου Σταθακιού*(25.5.2017)

Μια προσπάθεια θέασης μέσα από την «αλφαβήτα» της Διαλεκτικής.

Το άρθρο αυτό γράφεται σε διάλογο με το κριτικό συλλογικό έργο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων, με τίτλο «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης».

Α. Η Διαλεκτική

Η κρίση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων που κατέληξε σε πολυεπίπεδη και γενικευμένη οικονομική και κοινωνική κρίση και σε μια σειρά χώρες, όπως και στην δική μας τελικά σε ανθρωπιστική κρίση επιβεβαίωσε με πάταγο τον Κάρολο Μαρξ στο ότι είναι βαθιά εντροπικό αυτό το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που ζούμε, διότι καταστρέφει με πολύ βία, όλα όσα δημιούργησε για να συνεχίζει να υπάρχει. Πολύ θα πούνε ότι δεν επιβεβαιώθηκε στην «εσχατολογική» προοπτική που άνοιξε, απλά πρόσθεσε μια «ουτοπία» δίπλα σε πολλές άλλες, πολιτικές ή θρησκευτικές, για το μέλλον του Κόσμου.

Δεν είναι του παρόντος να ασχοληθούμε με αυτό, μπορούμε όμως να σημειώσουμε ότι ακριβώς η προοπτική λείπει από το τέλος του κύκλου των «μεταμοντέρνων αφηγημάτων» και ότι δεν είναι πάντα ένας «ουτοπικός» στόχος κακός για μια κίνηση του Ανθρώπου και της Ιστορίας του. Κινεί τα πράγματα προωθητικά προς κάτι που ποτέ δεν μπορεί να προσεγγιστεί απόλυτα. Πάντως τα κινεί πολύ δυναμικά.

Ο ίδιος ο Μαρξ, θεωρούσε ότι θα πάμε στον στόχο του με την Διαλεκτική, ζήσαμε από τότε και μάθαμε κάποια πράγματα και μπορούμε να βελτιώσουμε την διαλεκτική του, πάντως θα κινηθεί ο κόσμος διαλεκτικά.
Εμείς στην Πρόληψη- ή ακόμα και στην Αντιμετώπιση- της Εξάρτησης αυτή την διαλεκτική ζούμε: Βλέπουμε ανθρώπους διαλυμένους από την προσωπική τους Ιστορία και εμείς προσπαθούμε να τους συντροφεύσουμε έτσι ώστε να «αναδιατάξουν» τις δυνάμεις μέσα τους, από καταστροφικές να τις κάνουν λειτουργικές και να δουν την συνέχεια τους ως συνολικά άλλη από αυτή που φαίνεται να προδιαγράφεται.

Βέβαια το «παλιό σύστημα» μέσα τους πάντα αντιστέκεται σθεναρά και αυτό δεν το παραγνωρίζουμε. Όπως αντιστέκεται και το δικό μας σύστημα για να μην «εισέλθει» στην διαλεκτική που η ίδια η «συντροφεία» ανοίγει.

Β. Εξάρτηση και Ανθρωπιστική Κρίση

Ο τίτλος της παρούσας αφήγησης θα μπορούσε να είναι και «αντιμετώπιση της Ανθρωπιστικής Κρίσης στον Καιρό της Εξάρτησης». Διαβάζοντας ανάποδα δηλαδή.
Για να καταλάβουμε κάποιες πτυχές της ζωής του εξαρτημένου, ας σκεφτούμε την τραγωδία της Χώρας μας: Θέλει την δόση της για να μην «καταστραφεί» ή, αν δεν πάρει την δόση, θα «πονέσει» αλλά θα αλλάξει; Ανάμεσα σε αυτές τι δύο «άκρες» εμφανίζονται «θέσεις» που λένε ότι σημασία έχει, όχι η δόση καθεαυτή, αλλά τι είδος θα είναι και σε πιο μέγεθος και με πια συχνότητα.. «Σταδιακή Απαγκίστρωση(;)» Και βέβαια γύρω από αυτό το δράμα διάφοροι «ειδικοί» να προτείνουν «σχήματα» και «μίγματα».
ΟΙ εξαρτημένοι δεν είναι διαφορετικοί άνθρωποι από εμάς όλους! Να που όλοι μαζί καταφέραμε να κάνουμε μιαν κατάσταση σαν την πραγματικότητα του εξαρτημένου. Διάφορες συνιστάμενες δυνάμεις και «έξω» του και «μέσα» του, άλλες από πολύ παλιά, άλλες σχετικά πρόσφατες δημιουργούν αυτό το σύμπτωμα. Έτσι και η Χώρα μας θα μπορούσε να είχε ξεφύγει, αν πιο νωρίς είχε αναδιατάξει τις δυνάμεις αυτές μέσα της.
Ας σταθούμε λίγο περισσότερο στην περιγραφή της ανθρωπιστικής κρίσης. Η ανθρωπιστική κρίση περιγράφεται «πάνω –πάνω» από τα προφανή. Κομμένο ρεύμα, «κομμένη ζωή», λειψή τροφή, λειψά ρούχα, σχεδόν ανύπαρκτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, άντε να βάλουμε εδώ και το συνεχές στρες από τους απλήρωτους λογαριασμούς, από την απόλυτη δυσκολία της επιβίωσης. Όταν οι άνθρωποι μέσης ηλικίας μένουν άνεργοι ή κινδυνεύουν εκεί γύρω στα 50 να μείνουν, μπορεί να τους «σκοτώσει».
Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Η κρίση δεν είναι μόνο «ανθρωπιστική», με την έννοια που έχει καθιερωθεί από τους διεθνείς οργανισμούς, αλλά πολύ περισσότερο από τις εικόνες της τηλεόρασης: Κάτι “εξωτικό” κάτι που γίνεται στην μακρινή Μπιάφρα της Νιγηρίας- θυμάστε «τα παιδιά της Μπιάφρας»- κάτι το οποίο δεν μας έχει αγγίξει, αν δεν φτάσουμε να πεινάμε.
Η Κρίση είναι και ανθρωπιστική και ανθρώπινη και αφορά πολύ κόσμο.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι γυμνοί από όνειρα, έστω και αν είναι ντυμένοι. Τεράστια είναι η επίσημη ανεργία, η πραγματική είναι αρκετά μεγαλύτερη και οι τρεις στους δέκα που δουλεύουν δεν πληρώνονται κανονικά.
Άνθρωποι ηττημένοι στα σχέδια και στις βεβαιότητες μιας ζωής. Ανατράπηκε αυτό που είχαν συνηθίσει να περιμένουν και τώρα δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα.
Έχουμε πάψει να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους και γι’ αυτό δυσκολευόμαστε στην συλλογική ζωή και δράση.
Όσοι όμως «μπαίνουν στο συλλογικό» ενεργητικά, ενδέχεται να παρουσιάσουν λιγότερα ψυχοκοινωνικά προβλήματα, σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει σε χώρες που η πλειοψηφία του πληθυσμού του υπέστη ραγδαία οικονομική επιδείνωση, στην Ανατολική Ευρώπη για παράδειγμα.
Αντί όμως οι άνθρωποι να βρίσκονται στο συλλογικό, που κάνει καλό πρώτα από όλα στον εαυτό τους, βρίσκονται στην ανάθεση σε «κάποιο μάγο της φυλής», ή περιμένουν κάτι «απ’ έξω» και αυτό τους διαβρώνει ψυχικά περισσότερο. Κάποια στιγμή θα ξεσπάσουν, όπως ένας ψυχικά πάσχων που παραληρεί και τότε, όσοι η κρίση δεν τους άγγιξε θα νομίζουν ότι αυτό είναι το πρόβλημα. Αυτό θα είναι μόνο το σύμπτωμα που δείχνει τον κίνδυνο και ενδεχομένως οδηγεί στην ίαση.

Γ. Οι δυνατότητες των Κέντρων Πρόληψης

Μια μεγάλη ομάδα γονέων που συναντάμε στις παρεμβάσεις μας έχουν εσωτερικεύσει την κρίση ως εσωτερική αποτυχία σε βαθμό που να τους έχει οδηγήσει σε μια σταθερή καταθλιπτικότητα, τέτοια που να δυσκολεύει την επικοινωνία με τα παιδιά τους. Βάλτε τώρα ότι όλη η οικογένεια ζει σε συνθήκες φτώχειας, όχι έσχατης, σαν αυτή που προκαλεί την φιλανθρωπία, αλλά πάντως φτώχειας. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες τα ψυχοκοινωνικά συμπτώματα έχουν αυξηθεί εκρηκτικά και μας έρχονται ως αιτήματα βοήθειας σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο –π.χ. βία στο σχολείο- στα Κέντρα Πρόληψης.
Δεν είναι τυχαίο που μας έρχονται αυτά τα αιτήματα και με αυτή την συχνότητα. Τα κέντρα Πρόληψης είναι εξωστρεφείς δομές, έχουν πάει πριν ως προγράμματα ευαισθητοποίησης και βιωματικής εκπαίδευσης στον περίγυρο του έχοντος το σύμπτωμα και έχουν δείξει ότι για τέτοια συμπτώματα δεν είναι κανείς να ντρέπεται , δεν είναι κανείς να παραλύει μπροστά τους. Είναι προβλήματα όλων μας, τα οποία κατά καιρούς με ένα πιο δυσλειτουργικό και δραματικό τρόπο εκφράζονται σε μερικούς.
Η Πρόληψη δεν έχει ανάγκη να πάει παντού και να «πουλήσει» την «κοινωνική καραμέλα» της ναρκοφοβίας, αυτό το κάνουν τα ΜΜΕ. Ούτε να κάνει την χώρα ένα απέραντο Νοσοκομείο ή Φαρμακείο. Με κανονικά ή «συμβολικά» φάρμακα.

Είναι ανάγκη να βρεθεί κοντά σε όλους βασικά, στη νεολαία πρωταρχικά, αλλά και ειδικότερα σε όσους έχει βρεθεί ότι από τις συνθήκες της ζωής τους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Να προωθήσει την Ελπίδα Αλλαγής, στο μέτρο που ο καθένας μπορεί.Χωρίς όμως ενοχοποίηση και αναγνωρίζοντας τις τεράστιες αντίρροπες δυνάμεις, όχι «θάβοντας» τες. Και φυσικά με ενεργητικούς τρόπους με συντρόφευμα, με δίκτυα αλληλοβοήθειας.

Η λειτουργική σχέση με τον Εαυτό μας και με τους Άλλους είναι αυτή που μπορεί να μας προφυλάξει όταν οι συνθήκες γίνονται δύσκολες. Γίνονται δύσκολες με κάθε τρόπο: Κάποιος μπορεί «να πέσει στα Ναρκωτικά»-ας πούμε -από την πίεση, την φτώχεια και κάποιος άλλος από την ανία.

Επίσης ας σημειώσουμε και τούτο:Οι βαριά εξαρτημένοι στις «πιάτσες» είναι η «κορυφή του παγόβουνου». Αυτού του είδους η εξάρτηση, πολύ περισσότερο ίσως από τη τρέλα είναι ένα ψυχοκοινωνικό σύμπτωμα που φοβίζει την Κοινωνία και δυσκολεύει την Πολιτεία. Γι’ αυτό ίσως σε αναλαμπές δίνει και κάποια χρήματα για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο. Μάλλον όμως δεν θέλει να αναγνωρίζει τα πολυσύνθετα ψυχοκοινωνικά προβλήματα που κρύβονται κάτω από την κορυφή.
Σημαντικοί διακρατικοί θεσμοί (π.χ.Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας), αλλά και το μεγαλύτερο τμήμα της επιστημονικής κοινότητας έχουν την αντίληψη ότι πρόληψη της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αλλιώς, παρά ως τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας του πληθυσμού και παρέμβασης στην διαδικασία κοινωνικοποίησης των νέων.

Δ. Επίγραμμα

Σήμερα η Πρόληψη, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, δεν μπορεί παρά να είναι μια διαδικασία σε συλλογικό επίπεδο αρχικά, αλλά βεβαίως εκεί που χρειάζεται μια μεγαλύτερη επιμονή και σε προσωπικό ή μικρο- κοινωνικό επίπεδο. Για παράδειγμα σε συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες μέσα σε συγκεκριμένες κοινότητες.

Είναι μια προσπάθεια αναδιάταξης δυνάμεων ώστε, από καταστροφικές να γίνουν λειτουργικές κατ’ αρχήν και έπειτα προωθητικές, όπως σημειώσαμε στην αρχή. Και αν κάποιοι το βρίσκουν αυτό ανεδαφικό και ζητούν γρήγορα αποτελέσματα με μικρό κόστος, θεωρούμε ότι η Ιστορία τους έχει απαντήσει:

Κανένας «ανεδαφικός» στόχος δεν είναι κακός για την κίνηση του Ανθρώπου. Κινεί τα πράγματα προωθητικά και δυναμικά προς κάτι που ποτέ δεν μπορεί να προσεγγιστεί απόλυτα. Αρκεί βέβαια να μην είναι «παραλήρημα», αλλά να έχει μια θεμελίωση στο «πραγματικό», που στην περίπτωση των Κέντρων Πρόληψης υπάρχει.


* Ο Αλέξανδρος Σταθακιός είναι Θεολόγος-Κοινωνιολόγος, Λειτουργός Πρόληψης.



Η πρόληψη ως κοινωνική κατασκευή*.

alt

Εισαγωγή:Μια ενδιαφέρουσα ανατροπή των κυρίαρχων σχημάτων συντήρησης και προόδου (15.5.2017)

Στο πλαίσιο της συνεργασίας του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και της ιστοσελίδας Νόστιμον Ήμαρ, παρουσιάζουμε απόσπασμα ενός σχετικά πρόσφατου (2015) Ενημερωτικού Εγγράφου του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου για την Κατάχρηση Ναρκωτικών της Βρετανίας (Advisory Council of the Misuse of Drugs – ACMD).

Δεν πρέπει να κατανοούμε τον όρο «Ενημερωτικό Έγγραφο» με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει στη χώρα μας, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Το 26σέλιδο αυτό Για την Πρόληψη της Εξάρτησης από Ναρκωτικά και Αλκοόλ, προέρχεται από το επίσημο και ισχυρό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της Κυβέρνησης, απευθύνεται στον αρμόδιο για την Πρόληψη του Εγκλήματος Υπουργό και έχει αναρτηθεί στην επίσημη ιστοσελίδα Ευρωπαϊκών Προδιαγραφών Ποιότητας της Πρόληψης των Ναρκωτικών.

Με το 26σέλιδό του, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο συνιστά «στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να λάβουν υπ’ όψη ότι είναι δυνατό να μειωθούν οι δυσμενείς μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία και στο κοινωνικό σύνολο μέσω παρεμβάσεων πρόληψης».

Επισημαίνει ότι προγράμματα καθολικής πρόληψης, όπως παρεμβάσεις σε οικογένειες με παιδιά προσχολικής ηλικίας, στο σχολείο και στην κοινότητα, αλλά και ορισμένα προγράμματα καλλιέργειας/ανάπτυξης δεξιοτήτων μπορεί να είναι ωφέλιμα «αν υλοποιούνται σωστά». Διευκρινίζει ότι το βασικό έλλειμμα αφορά την υπέρβαση δυσκολιών ώστε οι παρεμβάσεις να υλοποιούνται με «αφοσίωση και σε μεγάλη κλίμακα». Θεωρεί, τέλος, ότι οι δυσκολίες αυτές συμπυκνώνονται στο γεγονός ότι «δεν υπάρχουν καλά εδραιωμένα, ισχυρά εθνικά και τοπικά συστήματα πρόληψης» τα οποία, συνεπώς, χρειάζεται να υπάρξουν.

Η θέση αυτή ξένων ειδικών της αντιμετώπισης της εξάρτησης έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τις επικρατούσες απόψεις στα σημερινά ελλαδικά επιτελεία, που χωρίς καν γνώσεις και εμπειρία από το πεδίο της πρόληψης των εξαρτήσεων, δεν θέλουν την εστίαση στην καθολική πρόληψη για την οποία η Ελλάδα έχει επαινεθεί από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά (EMCDDA) χάρις στη δουλειά των Κέντρων Πρόληψης. Αλλά επιχειρούν την προώθηση ενός θεραπειοκεντρικού μοντέλου, που εξ ορισμού αντλεί από νεοσυντηρητικές ιδεολογικοπολιτικές θέσεις και τις αναπαράγει ενισχύοντας κουλτούρες μη αλλαγής, συντήρησης των όρων ζωής (σε επίπεδο σχέσεων, αντιλήψεων, θεσμών κ.ο.κ.) και διαχείρισης των απόνερών τους.

Στο πλαίσιο αυτό τα Κέντρα Πρόληψης δεν αντιμετωπίζονται με το βλέμμα σε «καλά εδραιωμένα, ισχυρά εθνικά και τοπικά συστήματα πρόληψης», όπως προτείνουν οι Βρετανοί για τη χώρα τους και οι εργαζόμενοι των Κέντρων Πρόληψης στην Ελλάδα που διεκδικούν έναν αυτόνομο ενιαίο φορέα πρόληψης. Αντιμετωπίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, από τα δικά μας επιτελεία σαν ένα «δευτερογενές» προσάρτημα/υποστήριγμα της θεραπείας απεξάρτησης και της υποκατάστασης οπιοειδών, που διαπερνώνται από τη δική τους κρίση (έχει ακουστεί μέχρι και επίσημη πρόταση συγχώνευσης των Κέντρων Πρόληψης με τον ΟΚΑΝΑ).

Φαίνεται παράδοξο να πρεσβεύουν τα δικά μας επιτελεία τέτοιες παρωχημένες απόψεις και το γνωμοδοτικό όργανο της συντηρητικής κυβέρνησης της Βρετανίας να υιοθετεί αρκετά πιο προοδευτικές θέσεις. Μάλλον συμβαίνει επειδή τα εκεί επιτελεία έχουν μια πολύ καλύτερη γνώση των ιστορικών αποτυχιών και, έτσι, φροντίζουν να προχωρούν προσεκτικά καθώς έχουν και πολύ καλύτερη αίσθηση της ιστορικής ευθύνης. Μάλιστα, σε αρκετά σημεία του Ενημερωτικού Εγγράφου με πνεύμα κριτικό, αναστοχαστικό και διαλεκτικό αγγίζεται η ουσία σημαντικών επιστημονικών ζητημάτων, τα οποία και η συλλογικότητά μας έχει πραγματευτεί στο ηλεκτρονικό βιβλίο Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης.

Ένα από αυτά τα ζητήματα παρουσιάζεται στο 4ο Μέρος του Ενημερωτικού Εγγράφου του ACMD, με τίτλο “How Has Our Understanding of Prevention Been Constructed?”, που ακολουθεί μεταφρασμένο στα ελληνικά.

Πώς έχει κατασκευαστεί η κατανόησή μας της πρόληψης;

Για παράνομες συμπεριφορές όπως η χρήση ναρκωτικών, η πρόληψη είναι κάτι λογικό ως μηχανισμός για τη μείωση της βλάβης και για την προαγωγή της υγείας και του κοινωνικού ευ ζην. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι οι δράσεις πρόληψης που περιορίζουν δυνατότητες συμπεριφοράς μπορεί επίσης να ερμηνευθούν ως τρόποι ελέγχου της κοινωνίας και των προβλημάτων της (και, κατ’ επέκταση, των «προβληματικών ανθρώπων»). Συγκεκριμένα είδη γνώσεων μπορεί μερικές φορές να χρησιμοποιούνται για την κατασκευή και την αναπαράσταση αυτών των προβλημάτων και για να δικαιολογήσουν λύσεις που διαφορετικά δεν θα γίνονταν αποδεκτές για άλλους τύπους συμπεριφοράς. Οι κοινωνιολόγοι συχνά υποστηρίζουν ότι ο ορισμός μιας συμπεριφοράς ή μιας δραστηριότητας ως «κοινωνικού προβλήματος» (όπως η χρήση ναρκωτικών) καθορίζεται περισσότερο από τις δράσεις «άρθρωσης διεκδικήσεων» (Σ.τ.μ.1) εκείνων που θεωρούν τη συμπεριφορά ή τη δραστηριότητα μη αποδεκτή, παρά από δεδομένα που αποδεικνύουν ότι η συμπεριφορά οδηγεί πραγματικά σε κάτι βλαπτικό ως προς την υγεία και την κοινωνία. (1) Αυτό οδήγησε ορισμένους συγγραφείς στο συμπέρασμα ότι το είδος των δράσεων πρόληψης των ναρκωτικών που υλοποιούνται αντιπροσωπεύει μια ιδεολογική «λυδία λίθο». (2)

Σε διάφορους βαθμούς, όλα τα ζητήματα υγείας με κοινωνική διάσταση είναι κοινωνικά κατασκευασμένα, αλλά το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας τους αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου (π.χ. μεταβαλλόμενες δημόσιες στάσεις απέναντι στην κατανάλωση οινοπνεύματος και στη μέθη ή στον καπνό και στο κάπνισμα σε δημόσιους χώρους˙ νομιμοποίηση της χρήσης κάνναβης σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ). Οι αναλύσεις που προσφέρει η βιβλιογραφία της κριτικής πρόληψης [π.χ., Brown, 2001 (3)˙ Gorman, 2005 (4)˙ Gandhi et al., 2007 (5)˙ Midford, 2008 (6)], υποδεικνύουν ότι πολλές απαντήσεις στη χρήση ναρκωτικών είναι επίσης κοινωνικά κατασκευασμένες, με ερευνητές και θιασώτες της τεκμηριωμένης [evidence-based] πρόληψης σε ρόλο «αρθρωνόντων διεκδικήσεις» [claims makers] σχετικά με το ποιο είναι το πρόβλημα και ποια θα ήταν η καλύτερη απάντηση. Μεγάλο μέρος αυτής της συζήτησης επικεντρώνεται στο κατά πόσο οι παρεμβάσεις είναι αποτελεσματικές και, ως εκ τούτου, αν η πρόθεση είναι να αλλάξει ή να περιοριστεί η συμπεριφορά ελλείψει σαφών ωφελημάτων για τον αποδέκτη, από πλευράς υγείας και από πλευράς κοινωνικής. Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστεί κατά πόσο η συμμετοχή σε ορισμένα είδη παρεμβάσεων πρόληψης των ναρκωτικών μπορεί να οδηγήσει σε στιγματισμό και όξυνση των ανισοτήτων: Είτε ως αποτέλεσμα της σήμανσης των αποδεκτών ως «χρήστες ναρκωτικών ουσιών», είτε επειδή δυνητικά αποτελεσματικές δράσεις πρόληψης αποφεύγονται λόγω της οπτικής της κοινωνίας ως προς το ποια πρέπει να είναι «αποδεκτή» απάντηση στο ζήτημα της χρήσης ναρκωτικών και των χρηστών ναρκωτικών. (7) Για παράδειγμα, αν η επικρατούσα άποψη είναι ότι η κοινωνία πρέπει να είναι «σκληρή» απέναντι στα ναρκωτικά και τους χρήστες ναρκωτικών, τότε οι πολιτικές και οι παρεμβάσεις πρόληψης είναι πιθανό να απαντήσουν αναλόγως [π.χ. προσεγγίσεις βασισμένες στον φόβο, στην τιμωρία και στο «θα σε κάνω εγώ να πάρεις τον ίσιο δρόμο» (Σ.τ.μ.2)], ακόμη και αν υπάρχουν ελάχιστα δεδομένα για το αν οι προσεγγίσεις αυτές είναι αποτελεσματικές.

Ανεξάρτητα από τη δεοντολογική ή ηθική προσέγγιση που ακολουθείται απέναντι στα ναρκωτικά και τους χρήστες ναρκωτικών, υποστηρίζεται ότι όλες οι δράσεις πρόληψης θα πρέπει να θεμελιώνονται σε ορισμένες αρχές [όπως συνοψίζονται από τους Brotherhood και Sumnall, 2011 (8)]. Η πρόληψη θα πρέπει:

  • να σέβεται τα δικαιώματα και την αυτονομία των συμμετεχόντων
  • να παρέχει πραγματικά ωφελήματα στους συμμετέχοντες (δηλαδή να διασφαλίζει ότι το πρόγραμμα αφορά τους συμμετέχοντες και τούς είναι χρήσιμο)
  • να μην βλάπτει και να μην προκαλεί ουσιαστικά μειονεκτήματα στους συμμετέχοντες
  • να εξασφαλίζει τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων πριν τη συμμετοχή
  • να διασφαλίζει ότι η συμμετοχή είναι εθελούσια
  • να προσαρμόζει την παρέμβαση στις ανάγκες των συμμετεχόντων
  • να περικλείει τους συμμετέχοντες ως συνεργάτες στην ανάπτυξη, εφαρμογή και αξιολόγηση του προγράμματος.

* Για την εισαγωγή και τη μετάφραση: Νίκος Λάιος, κοινωνικός ανθρωπολόγος, Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Π.Ε. Φωκίδας.

____________________________________________________________________

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

(1). Spector M, Kitsuse JI (1987) Constructing Social Problems. Hawthorne, NY: Aldine de Gruyter.

(2). Edman J (2013) An ambiguous monolith – the Swedish drug issue as a political battleground 1965–1981. International Journal of Drug Policy 24: 464–470.

(3). Brown JH (2001) Youth, drugs and resilience education. Journal of Drug Education 31: 83–122.

(4). Gorman DM (2005) Drug and violence prevention: Rediscovering the critical rational dimension of evaluation research. Journal of Experimental Criminology 1: 39-62.

(5). Gandhi AG, Murphy-Graham E, Petrosino A, Chrismer SS, Weiss CH (2007) The devil is in the details: examining the evidence for “proven” school-based drug abuse prevention programs. Evaluation Review 31:43-74.

(6). Midford R (2008). Is this the path to effective prevention? Addiction 103: 1169-70.

(7). EMCDDA (2009) Preventing later substance use disorders in at-risk children and adolescents. Lisbon: EMCDDA.

(8). Brotherhood A, Sumnall HR (2011) European drug prevention quality standards. Lisbon: EMCDDA.

____________________________________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(Σ.τ.μ.1). claims-making activities. Όρος των M. Spector & J.I. Kitsuse (Constructing Social Problems, Transaction Publishers, 2008), με τον οποίο αντιπαρατέθηκαν, πίστευαν, στην κυρίαρχη λειτουργιστική προσέγγιση της μελέτης των «κοινωνικών προβλημάτων» (λ.χ. R.K. Merton), άρα και με μια σειρά εννοιών που συνδέονταν με αυτή, όπως η «κοινωνική παθολογία», η «αποκλίνουσα συμεριφορά» κ.ά. Σύμφωνα με αυτούς, «Η θεώρηση ότι τα κοινωνικά προβλήματα είναι ένα είδος συνθήκης, πρέπει να εγκαταλειφθεί προς όφελος της σύλληψής τους ως είδος δράσης. Θα την ονομάσουμε δράση άρθρωσης διεκδικήσεων». Σύμφωνα με τη Φ. Κουντούρη (Τα Δημόσια Προβλήματα στην Πολιτική Ατζέντα, ΣΕΑΒ, 2015): «Η σύσταση του δημόσιου προβλήματος ως συλλογικής διεκδίκησης προκύπτει μέσα από μία διαδικασία διαμαρτυρίας, καταγγελίας, αναζήτησης αιτιών και ευθυνών, που έχει ως στόχο την παρέμβαση των δημόσιων αρχών και την πολιτική απόφαση. Οι Spector & Kitsuse μίλησαν για διαδικασίες διεκδίκησης (claims making), όπου εστιάζεται η προσοχή ταυτόχρονα στην ύπαρξη κοινωνικών προβλημάτων, προσδιορίζοντας τις αιτίες, τα θύματα και τους υπεύθυνους, ενώ αξιώνονται δράσεις επανόρθωσης ή βελτίωσης της κατάστασης. Στην προσέγγιση αυτή το δημόσιο πρόβλημα συγκροτείται και ερμηνεύεται μέσα σε έναν ορίζοντα διαδράσεων και διαλογικών προσεγγίσεων. […] Επομένως και στην προσέγγιση αυτή μπαίνει το ζήτημα του ορισμού μέσα όμως από τις συγκεκριμένες δράσεις των ατόμων που εμπλέκονται έτσι στον προσδιορισμό των προβλημάτων».

(Σ.τ.μ.2). scared straight. Η φράση προέρχεται από τον τίτλο του ομώνυμου ντοκυμανταίρ (Arnold Shapiro, 1978) με αφηγητή τον Peter Falk, τον τηλεοπτικό επιθεωρητή Columbo. Στην ταινία, μια ομάδα εφήβων που είχαν πάρει «τον στραβό δρόμο» (μια ομάδα «υψηλού κινδύνου» σύμφωνα με την πολιτικά ορθή ορολογία που προτιμάται σήμερα για την ταξινόμηση του ίδιου «προβλήματος») συμμετέχουν σε ένα ιδιόμορφο πείραμα. Επισκέπτονται για 3 ώρες μια φυλακή υψίστης ασφαλείας στο Νιού Τζέρσεϋ, όπου φυλακισμένοι που εκτίουν ποινές για διάφορα εγκλήματα τούς υποδέχονται με άσχημο, βίαιο, υποτιμητικό τρόπο, σαν να είναι καινούρια φουρνιά «τροφίμων». Υποτίθεται πως έτσι, οι έφηβοι τρομαγμένοι μπορεί να αποφάσιζαν να πάρουν «τον ίσιο δρόμο». Εξ ου και ο τίτλος της ταινίας.



Ο ρόλος των Κέντρων Πρόληψης στην ενσωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού.

alt

Των Διονυσία Κούτση, Μιχάλη Παπαντωνόπουλου*(9.5.2017)

Το άρθρο γράφεται ως συμμετοχή στον διάλογο γύρω από το βιβλίο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», που διεξάγεται στο πλαίσιο του αφιερώματος «Ανάμεσα σε Κρότους και Σιωπές» και φιλοξενείται στο Νόστιμον Ήμαρ. Ο λόγος της συμμετοχής μας ως εργαζόμενοι στο πεδίο του προσφυγικού ζητήματος, είναι η συμφωνία μας με την τεκμηριωμένη θέση των συναδέλφων ότι η εστίαση στην καθολική πρόληψη, στη βαθειά,πλατιά και συνεχή δουλειά με την κοινότητα για την ενεργοποίησή της γύρω από όσα την αφορούν, είναι μια σύγχρονη, δημοκρατική και αποτελεσματική προσέγγιση φαινομένων. Μεταξύ αυτών και του προσφυγικού φαινομένου, όπου κατ’ επανάληψη η εστίαση των πολιτικών βρίσκεται δυστυχώς στην αντίθετη κατεύθυνση, της διαχείρισης και του εφήμερου.

Ο πρώτος χρόνος της προσφυγικής κρίσης εξαντλήθηκε στις προσπάθειες παροχής ασφαλών συνθηκών διαβίωσης στα προσωρινά κέντρα φιλοξενίας προσφύγων, στα νησιά και την ηπειρωτική χώρα, προσπάθειες που επικεντρώθηκαν κυρίως στην βελτίωση των εγκαταστάσεων εν όψει του χειμώνα (“winterization”). Η οικονομική επένδυση για την «βελτίωση» των συνθηκών διαβίωσης, φαίνεται να αμφισβητεί στην πράξη το καθεστώς προσωρινότητάς τους, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο προσφυγικός πληθυσμός. Δεν μπορούν να προχωρήσουν, δεν μπορούν να επιστρέψουν πίσω.

Μέχρι στιγμής, η ψυχοκοινωνική παρέμβαση επικεντρώθηκε κυρίως στον τομέα της προστασίας (“protection”) των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων που φιλοξενούνταν στα κέντρα, όπως οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, οι ανήλικοι γενικότερα και οι γυναίκες. Αυτό που περιγράφεται ως δευτερογενής πρόληψη ή ως ενδεδειγμένη πρόληψη[i]. Ωστόσο, ήδη έχει διαφανεί η ανάγκη για ολοκληρωμένη ψυχοκοινωνική υποστήριξη (“case management”), καθώς, τα ζητήματα που προκύπτουν, δεν εξαντλούνται στην βία, την κακοποίηση και την παραμέληση.

Η συνολική ψυχοκοινωνική υποστήριξη οφείλει να λαμβάνει υπόψη αφενός το περιβάλλον μέσα στο οποίο διενεργείται, που στην συγκεκριμένη περίπτωση αφορά στους περιφραγμένους και απομονωμένους χώρους των κέντρων φιλοξενίας, και αφετέρου τους όρους, που κυρίως τέθηκαν από τις ανθρωπιστικές μη κυβερνητικές οργανώσεις μέσα σε καθεστώς κατεπείγοντος. Οι επείγουσες αυτές παρεμβάσεις ασκούνται με τρόπο αποσπασματικό και επικεντρωμένο στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση. Η παροχή υπηρεσιών με όρους ανθρωπιστικής βοήθειας διαμορφώνει την ταυτότητα του πρόσφυγα ως ωφελούμενου, παθητικοποιημένου και εν αναμονή, συμβάλλοντας στον κοινωνικό του αποκλεισμό[ii].

Ο δεύτερος χρόνος παρέμβασης στην κρίση οφείλει να στοχεύει στην ένταξη του προσφυγικού πληθυσμού στην ελληνική κοινωνία, για όσο χρειαστεί. Μέχρι τότε, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη δεν μπορεί να εξαντλείται στα δύο άκρα της, στις εξειδικευμένες υπηρεσίες και στη βασική υποστήριξη, αλλά οφείλει να συμπεριλάβει την ενεργοποίηση των απαραίτητων κοινωνικών δικτύων και την ανάπτυξη των κοινωνικών πρακτικών με γνώμονα την κοινοτική συνύπαρξη[iii].

Οι παρεμβάσεις αυτές δεν μπορούν να ασκηθούν από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίες, σταδιακά αποχωρούν από το πεδίο της παρέμβασης. Ως εκ τούτου, τίθεται επιτακτικά η αναγκαιότητα για τον σχεδιασμό της στρατηγικής επιπολιτισμοποίησης από θεσμικούς φορείς. Ο σχεδιασμός αυτός θα πρέπει να είναι κεντρικός και ενιαίος αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να εξειδικεύεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των περιοχών στις οποίες οι πρόσφυγες θα ενταχθούν. Τον ρόλο αυτόν δεν θα μπορούσαν να τον επιτελέσουν μόνοι τους νεοσύστατοι φορείς που αφενός θα χρειάζονταν χρόνο προκειμένου να αποκτήσουν δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες και ταυτόχρονα με τις κοινότητες των προσφύγων[iv] και αφετέρου δεν θα έχουν την θεωρητική γνώση και τεχνική κατάρτιση για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των απαραίτητων κοινοτικών παρεμβάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη των παιδιών προσφύγων στα δημόσια σχολεία των περιοχών των κέντρων φιλοξενίας, μέσω των ΔΥΕΠ, αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την κοινωνική ένταξη, μιας και ανταποκρίθηκε στο αίτημα των παιδιών αφενός για θεσμική εκπαίδευση και αφετέρου στην δραστηριοποίηση εκτός της δομής. Ωστόσο, λόγω του απογευματινού ωραρίου δεν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση μεταξύ των παιδιών και δεν προωθήθηκε η συνύπαρξη, ενώ το εκπαιδευτικό πρόγραμμα χρειάζεται βελτιώσεις.

Παρόλα αυτά, είναι απαραίτητο να υπάρξουν και άλλα βήματα, που θα αφορούν στο σύνολο του προσφυγικού πληθυσμού που ζει στα κέντρα φιλοξενίας, μέσω επικεντρωμένων παρεμβάσεων που θα λειτουργούν προληπτικά στο σύνολο των παραγόντων αποκλεισμού, όπως η παραβατικότητα, η εγκληματικότητα και οι εξαρτήσεις. Τα κέντρα πρόληψης θα μπορούσαν να συμβάλουν στην κοινωνική ενσωμάτωση, μέσω της ενδυνάμωσης των κοινοτικών δεσμών στις περιοχές που διαμένουν προσφυγικοί πληθυσμοί. Αξιοποιώντας τη μεθοδολογία των διαδικασιών πρόληψης και όντας συνδεδεμένα με την περιοχή δράσης, μπορούν με μια διπλή διεργασία, αφενός να συμβάλλουν στην ενδυνάμωση των κοινοτικών δεσμών της προσφυγικής κοινότητας και αφετέρου να προετοιμάσουν τη συνάντηση της μεγάλης κοινότητας με τον προσφυγικό πληθυσμό μέσω της αναγνώρισής του ως ισότιμου μέλους.

Συγκεκριμένα, πέρα από τη δράση στους χώρους διαμονής των προσφύγων, στα ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας, στα διαμερίσματα και τις καταλήψεις, είναι απαραίτητη η προληπτική παρέμβαση στις κοινότητες υποδοχής, σε φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, στην αστυνομία, την εκκλησία, σε συλλόγους γονέων, σε σχολεία, πολιτιστικούς και αθλητικούς συλλόγους, στη γειτονιά, σε φορείς υγείας, σε σύλλογοι εργαζομένων, με στόχο την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση. Τέλος, τα κέντρα πρόληψης, μπορούν να μεσολαβήσουν στην πραγματοποίηση της συνάντησης σε πεδία, όπως η εκπαίδευση, η εργασία, ο ελεύθερος χρόνος και ο δημόσιος χώρος. Η αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη με πολλούς δρώντες σε πολλαπλά πεδία και επίπεδα.

Το παρόν διάστημα είναι κρίσιμο, μιας και μετά την απομάκρυνση των ανθρωπιστικών μη κυβερνητικών οργανώσεων ο κοινωνικός αποκλεισμός των προσφύγων θα ενταθεί, οδηγώντας στην περιθωριοποίηση υποομάδες του πληθυσμού που προσδοκούν στην ένταξη. Ο έγκαιρος σχεδιασμός της κατάλληλης στρατηγικής επιπολιτισμοποίησης αποτελεί ένα διακύβευμα, η θετική έκβαση του οποίου μπορεί μόνο να ωφελήσει την ελληνική κοινωνία υποδοχής.

*Οι Διονυσία Κούτση και Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι Ψυχολόγοι

[i] Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας. «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης: Φιλοσοφία, πρακτική, προβλήματα, προτάσεις» (Αθήνα 2016), σελ. 33. Διαθέσιμο στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html

[ii] Ο οποίος προστίθεται στους πολλαπλούς αποκλεισμούς που αντιμετωπίζει: κλειστά σύνορα, κλειστές δομές, περιορισμοί λόγω νομικού καθεστώτος.

[iii] «Συν-ειρμός» ΑμΚΕ Κοινωνικής Αλληλεγγύης, «Πρώτες Βοήθειες Ψυχικής Υγείας: Εγχειρίδιο εκπαιδευτή για την καθοδήγηση εργαζομένων στο πεδίο», (ΑΘΗΝΑ, 2016), σελ. 21

[iv] Χρόνος που δεν είναι διαθέσιμος.



Σχολείο Ανοιχτό στην Κοινωνία

alt

της Χαράς Ματζαβίνου* (2.5.2017)

Μια συνεργασία του ΓΕΛ Αφάντου και του Κέντρου Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «Δίοδος»

Το άρθρο γράφεται ως μικρή συμβολή στο Αφιέρωμα «Ανάμεσα σε Κρότους και Σιωπές», μια συνεργασία του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης και της ιστοσελίδας «Νόστιμον Ήμαρ». Μια συνεργασία που εξελίσσεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς πετυχαίνει τον στόχο ανοίγματος διαλόγου για την αξία της πρωτογενούς και καθολικής πρόληψης, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο των εργαζομένων «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» [http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html].

Κατά τη διάρκεια της τρέχουσας σχολικής χρονιάς και στα πλαίσια των ερευνητικών εργασιών, επιλέξαμε με 18 μαθητές της Α΄ Λυκείου να ασχοληθούμε με έναν πρωτότυπο και εναλλακτικό τρόπο έρευνας (για τα σχολικά δεδομένα), γύρω από το θέμα: «Γνωρίζω τον εαυτό μου – Συνυπάρχω αρμονικά με τους άλλους». Προκειμένου να γίνει εφικτό το συγκεκριμένο εγχείρημα, ζητήσαμε τη βοήθεια και την επιστημονική στήριξη από το Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «Δίοδος».

Μέσα από τη συγκεκριμένη ερευνητική εργασία προσεγγίστηκαν διάφορες θεματικές ενότητες που αφορούν τον καθένα ως αυτόνομο άνθρωπο και ταυτόχρονα ως μέλος μιας ομάδας, ενός κοινωνικού συνόλου. Μεταξύ των άλλων ασχοληθήκαμε με την εφηβεία και πως τη βιώνουν οι μαθητές, την αυτογνωσία και την αυτοεκτίμηση, την επικοινωνία με τους άλλους, τη συνάντηση με τον «άλλο», τον «διαφορετικό», την οριοθέτηση, τα συναισθήματα, κ.α.

Αν θα θέλαμε να περιγράψουμε με μια λέξη τη διαδικασία θα ήταν: «ταξίδεμα».Ένα ταξίδι που περιλάμβανε βιωματικά παιχνίδια και ασκήσεις, παιχνίδια ρόλων, ανάγνωση, στοχασμό και ερμηνεία ποιημάτων, ταινιών μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ, τραγουδιών, κ.λ.π. Στην αρχή, η ομάδα ξεκίνησε δειλά και αμήχανα με μαθητές που δε γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Σιγά – σιγά όμως μέσα από τις πολλαπλές και διαφορετικές βιωματικές δράσεις, τα παιδιά άρχισαν να «ξεδιπλώνονται», να «ανοίγονται», να μοιράζονται, να δέχονται, να σέβονται, να ακούνε και να γίνονται κοινωνοί της ενσυναίσθησης. Η ομάδα επεξεργαζόταν τα διάφορα ερεθίσματα που προκύπτανε από τις βιωματικές δράσεις πάντα σε κύκλο, γεγονός που ενίσχυσε: α)την αίσθηση της ισότητας, β) την κατανόηση του ότι όλοι είμαστε ξεχωριστοί, όλοι είμαστε σημαντικοί και ταυτόχρονα όλοι είμαστε διαφορετικοί και γ) τη δέσμευση των μαθητών απέναντι στην ομάδα.

Χαρακτηριστικά, αρκετοί μαθητές ανέφεραν, κατά την αξιολόγηση του προγράμματος, ότι μια από τις βασικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν αρχικά ήταν η προσωπική «έκθεση» στους «άγνωστους άλλους». Ωστόσο, συνεχίζοντας, ένιωσαν ότι τελικά έγιναν μια ομάδα και μάλιστα ως μέλη της συγκεκριμένης ομάδας ένιωθαν ότι «ανήκουν κάπου», ένιωθαν ότι οι άλλοι τους στηρίζουν, τους εμπιστεύονται, τους κατανοούν και όλα αυτά τους δημιουργούσαν την αίσθηση της ασφάλειας και τους βοηθούσαν να είναι πιο δυνατοί και πιο σίγουροι για τον εαυτό τους. Μεταξύ των άλλων, οι μαθητές υπογράμμισαν ότι μέσα από αυτό το «ταξίδι» έμαθαν να επικοινωνούν καλύτερα με τους άλλους, να δέχονται τις απόψεις των άλλων, να είναι καλοί ακροατές και να καταλαβαίνουν τους άλλους, να λένε αυτό που σκέφτονται δίχως να φοβούνται να εκφράσουν τη γνώμη τους, να εκφράζουν τα συναισθήματα τους, να έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και έμαθαν να μπορούν να λένε «μπράβο» στον εαυτό τους. Έμαθαν πόσα πολλά κρύβονται μέσα τους και περιμένουν να τα φωτίσουν και να τα ανακαλύψουν…

Όπως αρχικά αναφέρθηκε, το εγχείρημα αυτό δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την ουσιαστική και καθοριστική συμβολή του Κέντρου Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «Δίοδος». Αρωγός, καθοδηγητής και εμψυχωτής του προγράμματος ήταν ο Σπύρος Στογιάννης στέλεχος του Κέντρου. Η συνεργασία με τον Σπύρο Στογιάννη ήταν μια υπέροχη διαδρομή ανακάλυψης, συνεννόησης, υποστήριξης, και διεύρυνσης των ανησυχιών και των αναζητήσεων της ομάδας. Πάντα πρόσχαρος, πάντα γεμάτος ευρηματικές ιδέες για την προσέγγιση της εκάστοτε θεματικής, κινητοποιούσε κάθε φορά το κρυμμένο και αθέατο δυναμικό των μαθητών. Είναι από εκείνες τις συνεργασίες που δε θέλεις να τελειώσουν ποτέ, ας μου επιτραπεί ένα προσωπικό σχόλιο.

Ολοκληρώνοντας αυτήν την ανασκόπηση, δυσκολεύομαι να αποφύγω τον πειρασμό να ονειρευτώ πως θα ήταν το σχολείο, αν δομές όπως η «Δίοδος», ο Συμβουλευτικός Σταθμός Νέων, οι Σχολικές Δραστηριότητες κ.α. που έρχονται στα σχολεία με εναλλακτική προσέγγιση της αναζήτησης της γνώσης, της μάθησης είχαν επαρκές ανθρώπινο δυναμικό ώστε αυτό που βιώσαμε εμείς μέσα από μια ερευνητική εργασία να αποτελούσε καθημερινή πρακτική κάθε σχολική μονάδας. Άραγε θα χρειαζόταν τότε να έχουμε ημέρες αφιερωμένες στον σχολικό εκφοβισμό, στο ρατσισμό, στο ασφαλές διαδίκτυο, θα χρειαζόταν να μιλάμε για εθισμό στο διαδίκτυο, για κοινωνική αποξένωση και απομόνωση; Μήπως τελικά αυτό που ονειρευόμαστε είναι πολύ πιο απτό από ότι νομίζουμε; Μήπως το καίριο ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε, αλλά αν θέλουμε να φτιάξουμε ένα σχολείο που θα οδηγεί τους μαθητές του στην αυτοπραγμάτωση και στην αρμονική συνύπαρξη μέσα στο κοινωνικό σύνολο;

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τους μαθητές μου, που αποδέχτηκαν την πρόσκληση και την πρόκληση για αυτό το «ταξίδι». Ένα «ταξίδι» που έγινε μοναδικό γιατί κάθε ένας από αυτούς κατέθεσε την αλήθεια του, την ψυχούλα του, κομμάτια του εαυτού του. Καθώς γράφω τις τελευταίες λέξεις, ένα χαμόγελο συγκίνησης και περηφάνειας διαγράφεται στο πρόσωπο μου για αυτά τα παιδιά που είπαν και άγγιξαν μεγάλες αλήθειες. Ελπίζω το «ταξίδι» της εσωτερικής ανακάλυψης να συνεχιστεί για αυτούς το ίδιο δημιουργικά.

* Η Χαρά Ματζαβίνου είναι Φυσικός στο Γενικό Λύκειο Αφάντου της Ρόδου.



Η καθολική πρόληψη στα χρόνια της κρίσης.

alt

Του Δημήτρη Τσοποτού* (25.4.2017)

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το συλλογικό έργο «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» [http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html]. Πρόκειται για το απόσταγμα της δουλειάς των εργαζομένων στα κέντρα πρόληψης. Γνώση, εμπειρία, μεθοδολογία, πειραματισμοί, εφαρμογές προγραμμάτων. Μια δύσκολη αλλά και συναρπαστική διαδρομή είκοσι περίπου χρόνων με βιώματα και θεωρητικές προσεγγίσεις για τις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές.Παράλληλα με την έκδοση αυτή ο ιστότοπος «Νόστιμον Ημαρ» φιλοξενεί απόψεις και σχόλια για το μέλλον της πρόληψης στην χώρα μας. Έτσι ένας ενδιαφέρων και επίκαιρος διάλογος με την κοινότητα βρίσκεται σε εξέλιξη όχι απλώς ως διαδικασία αποτίμησης και ολοκλήρωσης ενός κύκλου αλλά και ως ξεκίνημα ενός νέου.

Η σχέση μου ως διοικητικά υπεύθυνου του Κέντρου Πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας «Δίοδος» στην Ρόδο, από την έναρξη λειτουργίας του κέντρου και για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, μου έδωσε την δυνατότητα όχι μόνο να στηρίξω από θέση ευθύνης το έργο των στελεχών της πρόληψης αλλά και την ευκαιρία να κατανοήσω προσωπικά το νόημα της καθολικής πρόληψης.

Η έγκαιρη παρέμβαση πριν από την εμφάνιση ενός προβλήματος υγείας ή γενικότερα μιας μη επιθυμητής συμπεριφοράς είναι ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για την προστασία του γενικού πληθυσμού. Αυτή είναι η βασική ιδέα της καθολικής πρόληψης η οποία υλοποιείται εδώ και χρόνια με συγκεκριμένο και λεπτομερή σχεδιασμό παρεμβάσεων και δραστηριοτήτων σε συλλογικό επίπεδο και απευθύνεται σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες ανεξάρτητα από επαγγελματική ιδιότητα, δημογραφική ομάδα ή ηλικία.

Στο πλαίσιο αυτό οι επιλογές του ανθρώπου αντιμετωπίζονται κυρίως ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασής του με το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ζει και αναπτύσσεται.

Οι παρεμβάσεις της καθολικής πρόληψης υλοποιούνται κυρίως από το δίκτυο των Κέντρων Πρόληψης που είναι απλωμένο σε όλη την χώρα. Τα προγράμματα και οι δραστηριότητες των Κέντρων Πρόληψης απευθύνονται ιδίως στο νεανικό πληθυσμό αλλά και σε άλλους επαγγελματίες ή άτομα που παίζουν σημαντικό ρόλο, έχουν την ευθύνη ή επηρεάζουν την ζωή και την ανάπτυξη των νέων ανθρώπων ( π.χ. γονείς, εκπαιδευτικοί, κλπ).

Είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι τα προγράμματα της καθολικής πρόληψης στήριξαν αλλά και επηρέασαν σημαντικά τον τρόπο σκέψης και εργασίας πολλών επαγελματιών οι οποίοι εργάζονται σε διάφορες υπηρεσίες του δημοσίου και της αυτοδιοίκησης που ασχολούνται με τους νέους και την οικογένεια. Yπηρεσίες και φορείς δηλαδή που παρεμβαίνουν σε θέματα προστασίας ανηλίκων, διαταραχής συμπεριφοράς και διαγωγής παιδιών και νέων στο σχολείο και στην οικογένεια, διαλείπουσας φοίτησης κ.α. Εχει αποδειχθεί ότι αυτές οι μη επιθυμητές συμπεριφορές είναι συμπτώματα δυσλειτουργικών σχέσεων που μπορεί να οδηγήσουν σταδιακά στην διακοπή της σχολικής φοίτησης, σε παραβατικότητα ή και χρήση ουσιών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία μετά από είκοσι περίπου χρόνια συστηματικής θεσμικής εφαρμογής της καθολικής πρόληψης ότι είναι χρήσιμη μια διαδικασία συνολικής αξιολόγησης με μοναδικό σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξη και εμβάθυνση αυτών των προγραμμάτων σε όλη την χώρα. Το εκπαιδευτικό σύστημα, οι υπηρεσίες του δημοσίου και της αυτοδιοίκησης που ασχολούνται με τους νέους, οι γονείς, οι επαγγελματίες υγείας, η ευρύτερη κοινότητα, όλοι έχουν ανάγκη από την ύπαρξη των προγραμμάτων καθολικής πρόληψης με σκοπό την προαγωγή της υγείας, την αποφυγή δυσάρεστων συμπεριφορών και την πρόληψη των εξαρτήσεων.

Ωστόσο αυτό που φαίνεται να συμβαίνει προκαλεί μάλλον δυσάρεστη έκπληξη αλλά και πολλά ερωτήματα και δεν είναι παρά η προσπάθεια αλλαγών στην ουσία της καθολικής πρόληψης. Μια αλλαγή πολιτικής στην πρόληψη που ισοδυναμεί με την μετάλλαξή της.

Μια τέτοια «εξέλιξη» ουσιαστικά οδηγεί στην αλλοίωση των προγραμμάτων και παρεμβάσεων πρόληψης. Στην εποχή της κρίσης που ολοένα βαθαίνει αρχίζει να κυριαρχεί η αντίληψη της εξατομικευμένης παρέμβασης. Οι διαχειριστές της κρίσης επιθυμούν να επιβάλουν την διαχειριστική τους λογική και στην καθολική πρόληψη. Αυτό γίνεται στο όνομα ενός δήθεν ρεαλισμού.

Μόνον ανησυχία προκαλεί αυτή η «ρεαλιστική» στροφή που επιδιώκει να δώσει έμφαση στις «επικεντρωμένες» και «ενδεδειγμένες» παρεμβάσεις. Παρεμβάσεις που υποτιμούν την δουλειά στην κοινότητα,κατακερματιζοντας έτσι την καθολική πρόληψη καθώς έχουν στόχο να παρέχουν εξατομικευμένες και προσωπικές υπηρεσίες εστιάζοντας στο άτομο και όχι στον άνθρωπο. Με την σειρά τους τα Κέντρα Πρόληψης μετατρέπονται με αυτό τον τρόπο σε φορείς διεκπεραίωσης προγραμμάτων «επικεντρωμένων» και «ενδεδειγμένων» στις ατομικές δυσλειτουργίες και προβλήματα ενώ τα στελέχη πρόληψης σε διαχειριστές εξατομικευμένων κρίσεων και αιτημάτων.

Μια τέτοια προοπτική ταιριάζει περισσότερο σε ΜΚΟ φιλανθρωπικού χαρακτήρα με εκσυγχρονιστικό προσωπείο και όχι σε φορείς/κύτταρα για τα οποία η πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει την λειτουργία τους για να παρέχουν σταθερές και ουσιαστικές παρεμβάσεις καθολικής πρόληψης στην κοινότητα.

* Ο Δημήτρης Τσοποτός είναι νομικός, επιμελητής ανηλίκων στο Δικαστήριο Ανηλίκων της Ρόδου.



Αξίες και αρχές της πρόληψης

alt

Συλλογικό*(18.4.2017)

Οι προηγούμενες δεκαετίες ιστορίας της ελληνικής κοινωνίας χρειάζεται να ιδωθούν και ως εποχή βαρειών πληγμάτων σε παραδοσιακά «οχυρά» της τής αλληλεγγύης, της συλλογικότητας, της συνεργασίας και της αυτοργάνωσης, τα οποία κατάφεραν οι υποσχέσεις ενός «θαυμαστού καινούριου κόσμου» βασισμένου στην εξατομίκευση και τον οικονομισμό (Κονδύλης, Π., 2007: 1995). Παράλληλα, όπως δείχνουν οι αυθόρμητες απαντήσεις που επιχειρήθηκαν στην περίοδο όξυνσης της κρίσης, τα πλήγματα δεν επέφεραν κατάρρευση. Τα «οχυρά» συνεχίζουν να αποτελούν πηγή έμπνευσης -λιγότερο ή περισσότερο συνειδητής- νέων τρόπων συλλογικών συγκροτήσεων και ενεργειών, όπως λ.χ. τα κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά φροντιστήρια, εναλλακτικά δίκτυα ανταλλαγής, πολιτιστικοί σύλλογοι γειτονιάς κ.ά. Ένα σημαντικό έργο των λειτουργών πρόληψης πρέπει και μπορεί να είναι η συμβολή στην ενίσχυση των υπαρχόντων δεσμών και δικτύων, στην κινητοποίηση και συνένωσή τους ή στη δημιουργία τους, όπου δεν υπάρχουν.

Συμπληρώνοντας 20 χρόνια λειτουργίας, τα Κέντρα Πρόληψης (εφ’ εξής ΚΠ) οφείλουν να έχουν ως κύριο στόχο την ενεργοποίηση στην κατεύθυνση της συν-δημιουργίας ενός κοινωνικού μετώπου αντίστασης απέναντι στα φαινόμενα κοινωνικής αποδιοργάνωσης, διάλυσης δεσμών και σχέσεων, όχι μέσα από προβληματικές, δυσλειτουργικές αναβιώσεις, αλλά μέσα από νέες, σύγχρονες, πρωτότυπες συνθέσεις, θετικές προτάσεις και βιώσιμες πρακτικές. Η τέτοια ζητούμενη συμβολή των ΚΠ περνά και από φρέσκες προτάσεις στο επίπεδο των ιδεών, με ειλικρινά κριτικό-αναστοχαστικό πνεύμα, που θα αφορά μεν την πρόληψη και την εν γένει αντιμετώπιση της εξάρτησης, αλλά κυρίως θα βρίσκει σε αυτό νόημα η κοινωνία κατά το δυνατό συνολικά.

Η κωδικοποίηση των βάσεων αυτής της ζητούμενης πορείας θεωρούμε ότι μπορεί να εξυπηρετηθεί στη βάση των αξιών και αρχών πρόληψης, που θα χαρακτηρίζουν έναν νέο, ενιαίο και αυτόνομο φορέα των ΚΠ.

Κάθε άνθρωπος και κάθε συλλογικότητα, προκειμένου να ανταποκριθεί στους όρους της καθημερινότητάς του/της, αντλεί από συστήματα αρχών και αξιών. Στις αρχές και αξίες συμπεριλαμβάνονται ηθικοί κανόνες, εμπειρικές γνώσεις, επιστημονικά δεδομένα, αναπαραστάσεις, προκαταλήψεις κλπ. Σε αυτές αναζητούνται -λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, αλλά αδιάλειπτα- «αλήθειες», με τις οποίες κάθε υποκείμενο συνδέεται με τον περιβάλλοντα κόσμο σε όλες τις εκδοχές του, σκέφτεται γύρω από αυτόν και «νομιμοποιεί» τη δράση του μέσα σε αυτόν.

Αξίες της Πρόληψης

Οι αξίες αφορούν πεποιθήσεις και ιδέες, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από το εάν είναι «αληθείς» ή «ψευδείς» -με παραδοσιακούς όρους «σκληρών»/φυσικών επιστημών- όσο από το ότι είναι βαθειές και καθοριστικές για τις στάσεις και τις συμπεριφορές του υποκειμένου, καθώς γεννιούνται στην πολλαπλή συνάντηση υποκειμενικών εμπειριών με τις ιστορικές εμπειρίες συλλογικοτήτων: της οικογένειας, του θρησκευτικού δόγματος, της εθνοτικής ομάδας, του επιστημονικού κλάδου κ.ο.κ. Στην περίπτωση των Κ.Π., λοιπόν, οι αξίες της πρόληψης αφορούν αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως συνάντηση εμπειριών στον ελλαδικό ιστορικό-πολιτισμικό χώρο, με επίκεντρο τα περιεχόμενα των εννοιών άνθρωπος και κοινότητα. Με αυτά ειπωμένα, μπορούμε να επιχειρήσουμε την παρακάτω κωδικοποίηση αξιών της πρόληψης:

  • Σε κάθε άνθρωπο και κάθε κοινότητα αξίζει ζωή με αξιοπρέπεια.
  • Ο άνθρωπος δεν είναι απομονωμένο ή αυτάρκες «άτομο» ούτε η κοινότητα συγχώνευση ή άθροισμα ανθρώπων.
  • Δουλειά με τον άνθρωπο είναι η δουλειά με την κοινότητα και αντιστρόφως, εφ’ όσον οι δύο «φορές» παρεμβάσεων πρόληψης αναπτύσσονται μαζί και σε ενιαίο πνεύμα.
  • Η ενότητα κοινότητας-ανθρώπου έγκειται κυρίως σε σχέσεις, στη συγκρότηση και εμβάθυνση των οποίων χρειάζεται να συμβάλει κάθε παρέμβαση πρόληψης.
  • Η πρόληψη είναι πρώτιστα συγκρότηση σχέσης και δευτερευόντως παροχή υπηρεσίας.
  • Κατά συνέπεια, στην πρόληψη ως πεδίο παρέμβασης δεν χωρούν «στελέχη», παρά μονάχα λειτουργοί.
  • Κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει τα πάντα, κανένας άνθρωπος δεν αγνοεί τα πάντα. Όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν κάτι και αγνοούν κάτι. Άρα όλοι μπορούν να μάθουν, ο ένας από τον άλλον.
  • Η πρόληψη γίνεται με τα μέλη της κοινότητας και όχι προς τα μέλη της κοινότητας, δηλαδή χρειάζεται να επιδιώκεται και διευκολύνεται η ενεργός συμμετοχή τους σε όλα τα στάδια μιας παρέμβασης που τους/τις αφορά.
  • Οι λειτουργοί πρόληψης διευκολύνουν την οικοδόμηση αυθεντικών συνδέσεων μεταξύ των μελών της κοινότητας, που εθελοντικά συμμετέχουν στις παρεμβάσεις τους: δεν μπορούν να τις επιβάλουν, ως διδασκαλία από καθέδρας, και δεν είναι αυτός ο ρόλος τους.
  • Απώτερος στόχος της πρόληψης, σε κάθε στάδιό της (έρευνα, σχεδιασμός, υλοποίηση, αξιολόγηση, διάχυση), είναι η ενδυνάμωση και η προαγωγή της ποιότητας ζωής των μελών της κοινότητας, με την παράλληλη ανάδυση της αυτονομίας τους και της συνείδησης του συνανήκειν.
  • Οι λειτουργοί πρόληψης δεν είναι απαλλαγμένοι/ες από αναπαραστάσεις, προκαταλήψεις κ.λπ., ζήτημα που καλεί σε διαρκή επαγρύπνηση, αυτοκριτική και αναστοχαστική διάθεση: ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα αντιφάσεις ανάμεσα σε ό,τι εκφωνείται και ό,τι πράττεται, και να μην γιγαντώνονται αυτές – δηλαδή ώστε να εξυπηρετείται όντως η συμβολή στην προαγωγή των όρων ζωής της κοινότητας και των μελών της.

Αρχές της Πρόληψης

Δίπλα στις αξίες, οι αρχές αφορούν «αλήθειες» περισσότερο λογικά επεξεργασμένες, με «υλικό» τους εμπειρίες, γνώσεις αλλά και αξίες. Η «αλήθεια» τους, λίγο «πλησιέστερη» σε ό,τι ορίζουν ως τέτοια οι «σκληρές επιστήμες», έχει κάποια ισχύ μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Με δεδομένο αυτό, θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε μια κωδικοποίηση αρχών στη βάση -και με τη γλώσσα- των κυρίαρχων προτάσεων του «χώρου» της πρόληψης των εξαρτήσεων, σύμφωνα με τις οποίες οι προληπτικές παρεμβάσεις οφείλουν:

  • Να συμβάλουν στην ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων και στην αντιμετώπιση των επιβαρυντικών παραγόντων, που συνδέονται με τις εξαρτητικές συμπεριφορές.
  • Να μην περιορίζονται στις παράνομες ουσίες, εντάσσοντας στο πεδίο τους την προβληματική χρήση νόμιμα διατιθέμενων ουσιών αλλά και των λεγόμενων «νέων εξαρτήσεων» (τζόγος, διαδίκτυο, προϊόντα τεχνολογίας κ.λπ.).
  • Να πλαισιώνονται από σαφώς διατυπωμένες και τεκμηριωμένες θεωρητικές υποθέσεις.
  • Να προσαρμόζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες των συμμετεχόντων.
  • Να βασίζονται σε διαδραστικές μεθόδους, ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή.
  • Να έχουν συγκεκριμένους, χρονικά προσδιορισμένους ειδικούς στόχους.
  • Να περιλαμβάνουν στον σχεδιασμό τους την αξιολόγηση για κάθε ειδικό στόχο (EMCDDA, 2010).

Οι αρχές, ωστόσο, όπως μόλις τις παραθέσαμε, δεν είναι παρά οι πλησιέστερες στις «επισήμως αποδεκτές» των εγχειριδίων. Αυτό από μόνο του δεν τις καθιστά ορθές, αφού παραμένουν αρχές. Στη συνέχεια, λοιπόν, επιχειρούμε τουλάχιστον να τις διευρύνουμε, στη βάση της πολυετούς εμπειρίας μας ως εργαζόμενοι/ες στο πεδίο της πρόληψης, στο ιστορικό πλαίσιο εξέλιξής του και στην αναμέτρησή του με τις τρέχουσες συνθήκες στην Ελλάδα, πάντοτε δε στην καρδιά ενός οράματος κοινοτικού και μαζί ανθρωποκεντρικού, δηλαδή μη-τεχνοκρατικού:

  • Όποια κι αν είναι η επιμέρους οπτική, προσέγγιση, μέθοδος ή εργαλείο μιας παρέμβασης, σημείο σύγκλισης και τελικός στόχος όλων είναι η συμβολή στη δημιουργία θετικών αλλαγών στην κοινότητα.
  • Στον βαθμό που οι σχέσεις εμπεριέχουν παροχή υπηρεσιών, η δικαιοσύνη ως προς την παροχή τους δεν συνίσταται στο να διατίθεται σε όλους/ες το ίδιο, αλλά στο να διατίθεται σε καθέναν/μιά αυτό που έχει ανάγκη. Η αρχή αυτή δεν μεταφράζεται σε μια άστοχη μετατόπιση από την πρωτογενή και την καθολική πρόληψη σε άλλα επίπεδα. Αντιθέτως, αφορά την πρόνοια ώστε, μέσα από την ενίσχυση των παρεμβάσεων πρωτογενούς και καθολικής πρόληψης, να αμβλύνεται η εκμετάλλευση των λιγότερο ισχυρών μιας κοινότητας από όσους/ες κατέχουν ισχύ, πόρους κ.λπ. – δηλαδή μεταφράζεται σε συμβολή στην άμβλυνση των ανισοτήτων, ως προστατευτικού παράγοντα της κοινότητας ως όλον.
  • Οι παρεμβάσεις πρόληψης χρειάζεται να έχουν αποτέλεσμα, το οποίο όμως συνίσταται στην ενεργοποίηση μελών της κοινότητας και για το οποίο, συνεπώς, απαιτείται χρόνος. Χρόνος που μετρά από την πρώτη επαφή με την κοινότητα και τον από κοινού σχεδιασμό μιας παρέμβασης και τη σύσταση μιας ομάδας, που δεν πρέπει να υποβαθμίζεται συμπιεσμένη σε χρόνους «ποσοτικοποίησης».
  • Οι επιμέρους δραστηριότητες της πρωτογενούς πρόληψης και της προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας συναποτελούν ένα οργανωμένο σύνολο, συγκροτούν μια ολότητα πολυεπίπεδη και πολυεστιακή. Οι ασύνδετες, αποσπασματικές και μονοδιάστατες παρεμβάσεις οδηγούν συχνά στην αναποτελεσματικότητα, στην αλληλοεπικάλυψη και την άσκοπη εκδαπάνιση δυνάμεων και πόρων.
  • Η ενημέρωση είναι πτυχή της πρόληψης˙ δεν συνιστά την πρόληψη˙ και σίγουρα δεν αρκεί.
  • Η καλλιέργεια προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων είναι πτυχή της πρόληψης˙ δεν συνιστά την πρόληψη˙ και σίγουρα δεν αρκεί.
  • Επομένως, τεκμηριωμένα δεν μπορεί αφ’ ενός η Πολιτεία να ζητά από την πρόληψη «αριθμούς», αφ’ ετέρου οι λειτουργοί πρόληψης να επικαλούνται πως δεν έχουν επιλογή άλλη από αυτήν της «συμμόρφωσης» στο αίτημα αυτό, δηλαδή της αναίρεσης του ρόλου τους.
  • Η αξιολόγηση από τους/τις λειτουργούς πρόληψης και τα μέλη της κοινότητας που συμμετέχουν σε μια παρέμβαση καθίσταται απολύτως χρήσιμη, ως δημοκρατικό μέσο βελτίωσης της καταβαλλόμενης προσπάθειας και της αποτελεσματικότητάς της.
  • Οι στόχοι χρειάζεται να είναι υψηλοί, την ίδια στιγμή που χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς ως προς τα όρια των δυνατοτήτων μας. Οι μετατοπίσεις στην κοινότητα δεν επέρχονται μέσα από διακηρύξεις, αλλά μέσα από την καθημερινή προσπάθεια σε συγκεκριμένες συνθήκες, προκειμένου ορισμένες από αυτές να ενισχυθούν, ορισμένες να αλλάξουν θετικά, πάντοτε με τη συμμετοχή των μελών της κοινότητας.
  • Όταν οι άνθρωποι προσεγγίζονται με σεβασμό, κατά κανόνα ανταποδίδουν τον σεβασμό. Όταν τους δοθεί η δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις και τις εμπειρίες τους, τότε κατά κανόνα το κάνουν και, ακόμη, κατανοούν τις απόψεις και εμπειρίες των άλλων. Έτσι, προθυμοποιούνται να συμμετέχουν, να ενεργήσουν, να βοηθήσουν και να βοηθηθούν.
  • Η πρόληψη χρειάζεται ηγεσίες, οι οποίες όμως δεν πρέπει να αναζητούνται στους/στις λειτουργούς πρόληψης, αλλά στα μέλη της κοινότητας, τόσο για λόγους δικαιοσύνης όσο και για λόγους αποτελεσματικότητας και συνέχειας.
  • Οι παρεμβάσεις στην κοινότητα γίνονται προκειμένου να έχουν συνέχεια, αλλά και να μπορούν να επαναληφθούν με άλλες ομάδες, στην ίδια ή σε άλλη κοινότητα, αφού ληφθούν υπ’ όψη οι σχετικές ιδιαιτερότητες. Μια παρέμβαση πρόληψης δεν ολοκληρώνεται ή «πετυχαίνει» με την άφιξή της στον προγραμματισμένο στόχο. Αντιθέτως, χρειάζεται να φροντίζει για τη διατήρηση, εξέλιξη και διάδοση του παραγόμενου θετικού αποτελέσματος (λ.χ. της δημιουργίας ενός πολιτιστικού συλλόγου, της δικτύωσης μεταξύ συλλόγων γονέων, της πρωτοβουλίας μαθητών ενάντια στη βία κ.ο.κ.).
  • Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις αρχές αυτές, καθώς και τις αξίες μας -τελικά, το όραμά μας-, μέσα στην επίπονη πρακτική προσπάθεια και τις δυσκολίες της.

* Απόσπασμα από το Κεφάλαιο Ε΄ του συλλογικού έργου του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας: «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης. Φιλοσοφία, πρακτική, προβλήματα, προτάσεις» (Νοέμβριος 2016, διαθέσιμο στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html).



Πρόληψη, αίτια των εξαρτήσεων, κοινωνικός έλεγχος και κοινωνική αλλαγή: Ο ρόλος των ειδικών.

alt

Της Αικατερίνης Τεμπέλη*(10.4.2017)

Το άρθρο αυτό γράφεται σε διάλογο με το κριτικό συλλογικό έργο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων, με τίτλο «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης». Ιδιαίτερα με το Κεφάλαιο Ε΄ και τα υποκεφάλαια «Σύγχρονες απαιτήσεις: το χάσμα μεταξύ διαπίστωσης και απάντησης» και «Ο “ειδικός” προ των ευθυνών του», που χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό πραγματιστικής ειλικρίνειας και οραματικού στοιχείου.

Σε μια εποχή που για κάθε πόνο, για κάθε απώλεια, για όποια κοινωνική δυσφορία και προσωπική ματαίωση οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν να προτείνουν πληθώρα “νόμιμων” ουσιών (συνταγογραφούμενων φαρμάκων), δεν είναι καθόλου παράξενο που και η χρήση των “παράνομων” ακολουθεί ανάλογη πορεία. Η κουλτούρα της μη-βίωσης οποιασδήποτε οδύνης, συνεπικουρούμενη απ’ τα ισχυρότατα καταναλωτικά πρότυπα επικρατεί στις δυτικές κοινωνίες και επηρεάζει μοιραία τη στάση των εξαρτημένων ατόμων.

Αλλά ο πόνος, η οδύνη, η υπαρξιακή αγωνία, οι απώλειες κι οι ματαιώσεις είναι απαραίτητα συστατικά της ζωής, κρίκοι μιας αλυσίδας που μας οδηγεί στην αυτογνωσία. Είναι συνθήκες της πραγματικότητας κι αφύσικο να θέλουμε να τ’ αρνηθούμε. Κι όμως όλο και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν ακριβώς αυτό.

Η νεολαία γιατί παίρνει ναρκωτικά; Απλούστατα, γιατί δε δέχεται αυτό τον τρόπο ζωής και επιθυμεί έναν άλλο, κι εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε αυτή την καινούρια ζωή για τους νέους και για εμάς τους ίδιους. Το πρόβλημα των ναρκωτικών αποκαλύπτει ένα παράδοξο γεγονός που συμβαίνει στον καπιταλιστικό κόσμο: από τη μια μεριά ρίχνουν τα ναρκωτικά στην αγορά, ενώ από την άλλη τα καταπολεμούν. Γιατί άραγε; Στην πραγματικότητα, η παρουσία των ναρκωτικών στην αγορά είναι ένα είδος κοινωνικού ελέγχου. Το πρόβλημα του αλκοολισμού αποδεικνύει αυτό το γεγονός ακόμα πιο καθαρά. Παράγονται τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και συγχρόνως καταπολεμάται ο εθισμός. Είναι μια αντίφαση, αλλά η καπιταλιστική κοινωνία χαρακτηρίζεται και από αυτές τις αντιφάσεις” .

Αυτές τις αντιφάσεις που επισήμαινε ο Franco Basaglia** είναι που πρέπει να αντιμετωπίσουμε πρωτίστως οι ειδικοί. Στις γενεσιουργές αιτίες δηλαδή του προβλήματος να εστιάσουμε. Το ζητούμενο άλλωστε δεν μπορεί να είναι να αλλάξουμε τα άτομα ώστε να ανεχτούν μια κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που προάγει τις ανισότητες και επιτείνει τη φτωχοποίηση. Κάτι τέτοιο δεν θα ‘ταν απλώς ανήθικο αλλά κι αντί-επιστημονικό. Το ζητούμενο αντίθετα είναι στην αλλαγή αυτής της ανηλεούς πραγματικότητας, να εργαστούμε από κοινού.

Τέτοιου είδους πρόληψη να επιδιώξουμε. Μ’ αυτή την έννοια σαφώς ασπάζομαι την άποψη του Franco Βasaglia που προανέφερα, ο οποίος πρέσβευε ότι: “Η πρώτη προληπτική ενέργεια για τη ψυχική νόσο, το επαναλαμβάνω, είναι ο αγώνας ενάντια στη φτώχεια, στη συνειδητοποίηση της φτώχειας που υπάρχει στη γειτονιά και στην οικονομική καταπίεση, που είναι πηγή κοινωνικής ασθένειας και τρέλας”. Αλλά και την άποψη του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων ότι: «Στον βαθμό […] που οι δεξιότητες μεταλλάσσονται σε φιλοσοφικό επίκεντρο της πρόληψης, εκτοπίζοντας τη σημασία της ενίσχυσης των υποστηρικτικών συστημάτων, που περιβάλλουν τον άνθρωπο ώστε να δημιουργείται ένα προστατευτικό συνεχές, ένα κοινοτικό πλαίσιο-ανάχωμα στην ανάπτυξη συμπεριφορών “υψηλού κινδύνου”, δεν αποτελούν παραμέτρους ικανών θετικών μετατοπίσεων, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες. Στην πραγματικότητα, η τέτοια υπερεκτιμημένη προσέγγιση της ανάπτυξης δεξιοτήτων συνιστά πρόληψη, στον ίδιο βαθμό που η διαχείριση συνιστά αλλαγή και η τεχνική συνιστά όραμα». ***

Ο μετασχηματισμός των θεσμών επομένως, των οποίων είμαστε εκόντες άκοντες γρανάζια τους, η αλλαγή της καθημερινότητας, πρέπει λοιπόν να είναι ο στόχος μας. Μια αλλαγή που θα υλοποιείται μέσα απ’ την προσωπική δέσμευση σε συλλογικές διαδικασίες και κινηματική δράση, με σαφή κατάργηση παντός είδους εξουσιαστικών σχέσεων. Αυτό απαιτεί να επανεξετάσουμε το ρόλο μας ως ειδικών και τη θέση μας στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που ζούμε. Απαιτεί να προσεγγίσουμε ισότιμα τους ανθρώπους που οι βιογραφικές τους ρωγμές τους οδηγούν σε αυτοκαταστροφικές επιλογές και να συμπορευτούμε μαζί τους όσο αγωνίζονται για να διαμορφώσουν (ή να ανακτήσουν) μια νέα ταυτότητα και να βρουν τη θέση τους στον κόσμο που τους περιβάλλει, χωρίς να πέφτουμε στην παγίδα να εργαζόμαστε με στόχο την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία. Στην παγίδα ενός συστήματος άρα, που εξισώνει την υγεία με την ικανότητα για εργασία.

Η στοχευμένη πρόληψη σε συγκεκριμένες ηλικιακά και πληθυσμιακά ομάδες φοβάμαι πως ενέχει τον κίνδυνο να θεωρηθούν αυτές ως “φυτώρια εν εξελίξει παραβατικών συμπεριφορών” που αναμφίβολα θα συνδέονται με συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά. Οι ειδικοί έτσι μπορούν να γίνουν εργαλεία ενός συστήματος που ιστορικά διαχωρίζει τους κανονικούς απ’ τους μη-κανονικούς, ψυχολογικοποιεί/ψυχιατρικοποιεί τις ποικίλες εκφάνσεις της συμπεριφοράς τους και σε μια διαχειριστική λογική με μόνο στόχο τον κοινωνικό έλεγχο, στιγματίζει ομάδες του πληθυσμού που ανήκουν παραδοσιακά σ’ αυτό που ονομάζεται υποπρολεταριάτο. Εμείς αντίθετα ως φορείς γνώσης και πρωτίστως ως άνθρωποι σε κάτι διαφορετικό πρέπει να στοχεύσουμε.

Σε μια πρόληψη που όπως πίστευε ο Michel Foucault**** μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την έγκαιρη επέμβαση στη διάνοια του ατόμου, κάτι που πραγματοποιείται μέσω της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης και μάλιστα όσο τα άτομα βρίσκονται σε νεαρή ηλικία.

Οφείλουμε να προάγουμε επομένως μια οριζόντια διαδικασία λήψης αποφάσεων, ν’ απαντήσουμε στις κρίσεις στη γειτονιά, στο σχολείο, μ’ εξατομικευμένες παρεμβάσεις, να φροντίσουμε ώστε οι συμμετέχοντες στις δράσεις να έχουν πλήρη ελευθερία έκφρασης και να συνδιαμορφώσουμε μαζί τους μιας καινούρια κουλτούρα σχέσεων στην κοινότητα, όπου τα διαφορετικά υποκείμενα θα έχουν ισότιμη θέση και θα μπορούν να αρθρώνουν το δικό τους λόγο. Αυτού του είδους η πρόληψη πρέπει να είναι μέριμνά μας.

Απ’ αυτού του είδους την πρόληψη θα αναδυθεί μα νέα πραγματικότητα, ανθρωποκεντρική, απαλλαγμένη απ’ τις παθολογίες του παρελθόντος. Και μπορούν τα Κέντρα Πρόληψης ν’ αποτελέσουν τα υγιή κύτταρα ενός ιστού που ολοένα και θα εξαπλώνεται και θα εγκαθιδρύει νέα μοντέλα ισότιμων σχέσεων.

* Η Αικατερίνη Τεμπέλη είναι ψυχολόγος-συγγραφέας



Ταυτότητα. Η σχέση ομοιότητας και διαφοράς.


alt

Του Δημήτρη Υφαντή* (3.4.2017)

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 τέθηκε στο δημόσιο διάλογο με μεγάλη ένταση, ίσως και υπερβολή, το ζήτημα των «ναρκωτικών». Την περίοδο αυτή γράφτηκαν και ακούστηκαν απίθανα πράγματα. Μεταξύ των οποίων προτάθηκε και η λοβοτομή ως μέθοδος αντιμετώπισης της εξάρτησης. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα όλοι αναγνώριζαν την ανάγκη της Πρόληψης. Όμως, χωρίς θεωρητική κατάρτιση, εμπειρία, συνέπεια και συνέχεια ενεργειών από την πλειονότητα των ειδικών και μη, διατυπώθηκαν οι πλέον αντιφατικές προτάσεις καθώς στον όρο Πρόληψη προσδιδόταν κάθε φορά διαφορετικό περιεχόμενο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν μάλλον να δημιουργείται σύγχυση, αβεβαιότητα και πανικός στους αποδέκτες της ενημέρωσης.

Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, δημιουργήθηκαν τα Κέντρα Πρόληψης, όπου νέοι επιστήμονες αντιμέτωποι αφενός με δυσεπίλυτα διοικητικά και θεσμικά προβλήματα και αφετέρου με ελλιπή θεωρητικά εφόδια λόγω της ταχύρυθμης εξειδίκευσής τους σε τυποποιημένα μοντέλα Πρόληψης, από τους εμπνευστές του εγχειρήματος, κλήθηκαν να «κάνουν Πρόληψη» σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, χάρις στο προσωπικό ενδιαφέρον, τις άοκνες προσπάθειες, ενίοτε την αυτοθυσία αλλά και την συλλογική δράση, οι επιστήμονες αυτοί όπως και το λοιπό προσωπικό κατόρθωσαν να λειτουργήσουν τα Κέντρα Πρόληψης, να προσφέρουν υπηρεσίες στην τοπική κοινωνία, να εξελιχθούν θεωρητικά οι ίδιοι και να αποκτήσουν μεγάλη εμπειρία στο αντικείμενο.

Στο βιβλίο που εξέδωσαν με τίτλο: «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» (http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html), από τη μία πλευρά συμπυκνώνεται η εμπειρία και οι θεωρητικές αναζητήσεις εικοσαετίας, οι οποίες είναι πολύτιμες στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο για την Πρόληψη. Από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι συγγράφηκε από μια μεγάλη ομάδα «μάχιμων» επιστημόνων δίνει το ζωντανό παράδειγμα αυτού που οι ίδιοι λειτουργούν και προτρέπουν στην καθημερινή τους δουλειά, την Συλλογικότητα.

Το ζήτημα της σχέσης ατομικού-συλλογικού

Συχνά οι επαγγελματίες υγείας, με αντικείμενο εργασίας την πρωτοβάθμια πρόληψη και στο πλαίσιο αντιμετώπισης των εξαρτήσεων από ουσίες, απευθύνονται στους εφήβους, συνήθως της σχολικής κοινότητας. Στρέφουν την προσοχή τους σ’ αυτή την ηλικιακή ομάδα καθώς θεωρούν ότι στην περίοδο της εφηβείας ο νέος άνθρωπος μέσα από μηχανισμούς ταύτισης, προβολής και εσωτερίκευσης, ενσωματώνει τις πληροφορίες που δέχεται από το περιβάλλον, οι οποίες τελικά σε μια σχέση αλληλεπίδρασης διαμορφώνουν την ταυτότητά του.

Στις προληπτικές κινήσεις, που σχεδιάζουν και υλοποιούν οι επαγγελματίες του είδους, φέρνουν προς άμεση ή έμμεση συζήτηση και βιωματική επεξεργασία  διάφορες θεματικές όπως: «Η εφηβεία», «Οι σχέσεις με την οικογένεια», «Οι σχέσεις με τους ομηλίκους», «Η ταυτότητα φύλλου», «Η διαλεκτική σχέση άρνησης και κατάφασης», «Η πολυμορφία στη ζωή μας» κ.λπ. κ.λπ.

Μεταξύ αυτών συχνά έρχεται και το ζήτημα: «Λήψη αποφάσεων για τον εαυτό μας και λήψη αποφάσεων μαζί με τους άλλους». Βεβαίως μια τέτοια θεματική όπως και οι άλλες δεν αφορούν μόνο στην διαμόρφωση ταυτότητας αλλά και στην ενίσχυση του κοινωνικού δεσμού με την αποδοχή κοινών κανόνων, αξιών, στάσεων, αντιλήψεων, ηθών κ.λπ. Εξυπακούεται ότι τα θέματα αυτά δεν αφορούν μόνο στους εφήβους και νέους αλλά και στους ενήλικες, ιδιαίτερα ίσως σε εκείνους που ζουν καθημερινά την εφηβεία και τον έφηβο.

Η περαιτέρω εμβάθυνση στα θέμα κάνει σαφές ότι βρισκόμαστε εμπρός σε δύο διαδικασίες που εξελίσσονται ταυτοχρόνως και είναι αντιθετικές μεταξύ τους. Από τη μία πλευρά (λήψη αποφάσεων για τον εαυτό μας) είναι η διαδικασία της διαφοροποίησης, η οποία ενισχύει την ατομικότητα, τη μοναδικότητα, την αναγνωρισιμότητα, το «ανεπανάληπτο» του κάθε προσώπου, στοιχεία που το κάνουν να διαφέρει από τους άλλους. Και από την άλλη πλευρά (λήψη αποφάσεων μαζί με τους άλλους), είναι η διαδικασία της ομοιότητας, η οποία ενισχύει τη συλλογικότητα, την συνεργασία, την ανταλλαγή και τους δεσμούς με το περιβάλλον.

Αναμφίβολα, οι διαδικασίες αυτές καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τον χρόνο που διαδραματίζονται, την ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική – ιδεολογική συγκυρία, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν είναι στατικές. Αναλόγως των συνθηκών υπάρχουν περίοδοι ισορροπημένης συνύπαρξης των δύο διαδικασιών, όπως και περίοδοι, που υπερτερεί η διαφοροποίηση ή αντιστρόφως η ομοιότητα.

Από την αμφιθυμία στη διαλεκτική του δεσμού

Όπως και να έχει οι διαδικασίες αυτές δεν μπορούν παρά να εξετασθούν ως αλληλοσυμπληρούμενες και συνδεόμενες με μια διαλεκτική σχέση.

Σε μια εποχή κυριαρχίας του «προϊόντος», τις μαζικής παραγωγής, της κατανάλωσης και της αντικειμενοποίησης του υποκειμένου, της διαφήμισης και της κατ’ όνομα επικοινωνίας. Γενικότερα σε μια εποχή περιορισμού του ζωτικού χώρου και μείωσης των ψυχικών αποθεμάτων κάθε προσώπου, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες τεχνολογίες και τον τρόπο χρήσης των, παρατηρούνται τάσεις ομοιογενοποίησης της κοινωνίας.

Παρενθετικά, οι σύγχρονες τεχνολογίες όπως προβάλλονται και χρησιμοποιούνται δεν επηρεάζουν απλά τον ψυχισμό και τις κοινωνικές σχέσεις του ανθρώπου αλλά δρουν βαθύτερα καθώς παρεμβαίνουν καταλυτικά ακόμη και στις αισθήσεις του. Λόγου χάρη η όραση, ελέω εικόνας, καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο χώρο σε βάρος των άλλων αισθήσεων. Η ακοή όλο και περισσότερο υποβαθμίζεται, λειτουργεί με διαμέσους ή αντικαθίσταται από οπτικοποιημένα μηνύματα και η αφή αναλώνεται σε «υποκειμενοποιημένα» αντικείμενα της τεχνολογίας, χρησιμοποιούμενα ως υποκατάστατα της εν λόγω αίσθησης κ. ο. κ. Να σημειωθεί ότι οι αισθήσεις σε κάθε κοινωνία κατείχαν και κατέχουν εξέχουσα θέση στον ψυχισμό, στον πολιτισμό, στην παράδοση και στην ιστορία της.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, κατ’ αρχάς γεννιέται στο πρόσωπο η ανάγκη ενδυνάμωσης της ατομικότητας και της αυτονομίας του, οι οποίες λειτουργούν ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στις παρατηρούμενες ομοιογενοποιητικές τάσεις. Πολλές φορές μάλιστα το υποκείμενο στην αναζήτηση ικανοποίησης αυτής της ανάγκης και στην αγωνιώδη προσπάθεια διαφύλαξης της αυτονομίας και της ατομικότητάς του, στρέφεται σε κατευθύνσεις που δεν προάγουν την ζωή. Διαρρηγνύει τις σχέσεις με το περιβάλλον και καταφεύγει στις πλέον ακραίες μορφές ατομισμού, απομόνωσης και απόλυτης μοναξιάς, όπως αυτές της βίας, της εξάρτησης από ουσίες, της εξάρτησης από άλλους κ.λπ.

Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ανάλογα φαινόμενα και στάσεις, με ποιοτικές βεβαίως διαφορές, παρατηρούνται και σε επίπεδο ομάδων του πληθυσμού, όπου συχνά μία ομάδα περιχαρακώνεται ή στρέφεται ενάντια σε άλλες χρησιμοποιώντας ποικίλες μορφές βίας, προκειμένου να δηλωθεί η διαφορετικότητά της. Δεν είναι σπάνιο όμως σε αυτή την διαδικασία ομοιότητας και διαφοράς, να υπεισέρχονται και επίσημοι θεσμοί του κράτους, είτε τονίζοντας επίπλαστες διαφορές είτε προβάλλοντας, ως συνήθως αρέσκονται, Μεγάλα και «μεγαλειώδη» ομοιογενοποιητικά σχήματα. Σχήματα, που έχουν ως αφετηρία την πολιτική, την διοίκηση, την οικονομία και αγνοούν ή υποβαθμίζουν την αξία και τον πλούτο της ταυτότητας και του διαφορετικού.

Σε μια εποχή κρίσης η κοινωνία βρίσκεται εμπρός σε μια αμφιθυμία ή και σύγχυση. Από τη μια πλευρά υπάρχει η ανάγκη διαφύλαξης της διαφοράς από τις απρόσωπες ομοιογενοποιητικές τάσεις και από την άλλη πλευρά προβάλει η ανάγκη ανάπτυξης της ομοιότητας (συνεργασία, συλλογικότητα, αλληλεγγύη κ.λπ.) για την επιβίωση και αντιμετώπιση της κοινωνικής – πολιτισμικής κρίσης.

Ο δεσμός του ανθρώπου με τους άλλους, η σχέση προσώπου και περιβάλλοντος ή με άλλα λόγια υποκειμένου – αντικειμένου κατέχει κεντρική θέση στην ανθρώπινη ύπαρξη και στις αναζητήσεις της. Πρόκειται για την διαλεκτική σχέση ένωσης δύο στοιχείων, που συνδημιουργούν την ταυτότητα προσώπων και ομάδων. Εν τέλει της κοινωνίας.

* Κοινωνιολόγος – Επιστημονικά Υπεύθυνος του Τμήματος Έρευνας, Πρόληψης, Εκπαίδευσης της Μονάδας Απεξάρτησης 18 ΑΝΩ (ΨΝΑ-Δαφνί).




Η πρόληψη ως απελευθερωτικό πρόταγμα

alt

Της Κατερίνας Μάτσα*(26.3.2017)

Η πολιτική διάσταση της πρόληψης

Παίρνοντας στα χέρια μου το συλλογικό έργο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» [http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html], περίμενα μια καλή δουλειά γνωρίζοντας το μεράκι που εδώ και χρόνια διακρίνει αυτή τη συλλογικότητα αγωνιζομένων ανθρώπων.

Διαβάζοντάς το, οι προσδοκίες μου ξεπεράστηκαν. Το βιβλίο όχι μόνο τεκμηριώνει την προσφορά των εργαζομένων στην κοινότητα βάσει διεθνούς βιβλιογραφίας, αλλά διαπερνιέται από μια αναστοχαστική διάθεση τόσο αναγκαία στις μέρες μας, και, πράγμα δυσεύρετο στους συνδικαλιστικούς χώρους, στηρίζεται σε προτάσεις με επίκεντρο τον άνθρωπο και την κοινωνία, αντί της διαδεδομένης συντεχνιακής κουλτούρας και στείρας κριτικής απέναντι σε κακώς κείμενα.

Η δική μου συνεισφορά στο αφιέρωμα «Ανάμεσα σε Κρότους και Σιωπές», αποτέλεσμα συνεργασίας της συλλογικότητας με το Νόστιμον Ήμαρ, έχει το χαρακτήρα ανάπτυξης ορισμένων από τους προβληματισμούς που τίθενται στο όμορφο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου τους, με τίτλο «Το Όραμα της Πρόληψης».

Η νεοφιλελεύθερη κατασκευή της πρόληψης

Οποιαδήποτε παρέμβαση στην κοινότητα στο πλαίσιο της πρόληψης αλλά και της φροντίδας (care) γενικά, για να είναι ουσιαστική, πρέπει να θεμελιώνεται στην κριτική του νεοφιλελευθερισμού και της θατσερικής αντίληψης, που αποθεώνει τον homo economicus, ανάγοντας την ανθρώπινη ύπαρξη σε «ανθρώπινο κεφάλαιο», που πρέπει ο καθένας να το διαχειριστεί προς όφελός του ως «επιχειρηματίας του εαυτού του», χωρίς να έχει απαιτήσεις από το κράτος και την κοινωνική πρόνοια. Πρέπει να έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τις κοινωνικές νόρμες και τις κοινωνικές προκαταλήψεις, αποβλέποντας κατά κύριο λόγο στην διαμόρφωση των αναγκαίων όρων για την ευαισθητοποίηση και την ενεργητική συμμετοχή του πληθυσμού στον οποίο απευθύνεται, μέσα από τη διαδικασία της αλληλεπίδρασης με τους λειτουργούς της πρόληψης.

Η νεοφιλελεύθερη κατασκευή της πρόληψης δίνει έμφαση στην ατομική ευθύνη, ενάντια σε κάθε συλλογικό σχέδιο, που επανεισάγει τις έννοιες της κοινωνικής αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας, της συλλογικής δράσης.

Η πρόληψη μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι «εργαλειοποιημένη», γίνεται, δηλαδή, ένα εργαλείο στην υπηρεσία του καπιταλιστικού συστήματος και της λογικής της «μείωσης της βλάβης», που προκαλούν τα ναρκωτικά στην κοινωνία, σπαταλώντας στις πιάτσες το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Στη βάση αυτής της λογικής η χρήση του εργαλείου της πρόληψης δεν αποτελεί άμεση προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα, αφού οι κυρίαρχες πολιτικές της σφιχτής λιτότητας επιβάλλουν διαρκείς περικοπές στις δαπάνες του συρρικνωμένου μέχρις εξαφάνισης κοινωνικού κράτους.

Η κυρίαρχη αντίληψη επικαλείται την «ατομική ευθύνη» και την «προσωπική επιλογή» της χρήσης ουσιών, επικεντρώνοντας στην ανάγκη της ενημέρωσης σε όλα τα επίπεδα.

Εκείνο, όμως που δεν παίρνει υπόψη της είναι ότι αυτή η προσωπική επιλογή δεν είναι ποτέ ελεύθερη. Το άτομο -κατά τεκμήριο ευάλωτο- ωθείται στο να την κάνει, κάτω από την πίεση της κρίσης που βιώνει, συνήθως στην αρχή της εφηβείας του, σε ψυχολογικό αλλά και οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό επίπεδο. Και αυτή η κρίση δημιουργεί αδιέξοδα και ωθεί σε συμπεριφορές που επιδιώκουν τη φυγή από την πηγή των κοινωνικών αντιφάσεων. Γι’ αυτό, η «ενημέρωση» και η καλλιέργεια δεξιοτήτων χρειάζονται αλλά, όπως τονίζουν και οι εργαζόμενοι των Κέντρων Πρόληψης, από μόνα τους δεν αρκούν.

Η πρόληψη ως απελευθερωτικό πρόταγμα και έμπνευση

Αυτό που απαιτείται πάνω απ’ όλα είναι μια στρατηγική πρόληψης και ένα συλλογικό σχέδιο δράσης, που διαμορφώνει, με φαντασία και έμπνευση, όρους διαλόγου, συναισθηματικών ανταλλαγών και συλλογικής δράσης. Γιατί η πρόληψη πρέπει κατά κύριο λόγο να αποβλέπει στην κινητοποίηση πλατειών κοινωνικών ομάδων μέσα από τη συνεργασία με συλλογικότητες, επιτροπές πρωτοβουλίας, ομάδες αυτοοργάνωσης, συλλόγους αθλητικούς, πολιτιστικούς, οικολογικούς και άλλους, με στόχο την παρέμβαση στα προβλήματα που δημιουργεί η κρίση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Στη βάση μιας τέτοιας συνεργασίας μπορούν να αναπτυχθούν δεσμοί αλληλεγγύης και συλλογικότητας, που θα δώσουν νόημα και στις επί μέρους δράσεις, που αφορούν την πρόληψη. Σ’ ό, τι αφορά τις ευάλωτες ομάδες (έφηβοι, μαθητές που διέκοψαν το σχολείο, μετανάστες, μακροχρόνιοι άνεργοι, νέοι υποβαθμισμένων περιοχών κ.α.), το συνολικό σχέδιο της πρόληψης πρέπει να απευθύνεται σ’ αυτούς με όρους ισοτιμίας ξεκαθαρίζοντας, ότι σ’ αυτές ανήκουν και οι ίδιοι οι λειτουργοί της πρόληψης. Η ατομική ευαλωτότητα αντανακλά την κοινωνική ευαλωτότητα. Επομένως, η από κοινού οργάνωση μαζί με τους ανθρώπους, στους οποίους η πρόληψη απευθύνεται, συλλογικών δράσεων δημιουργεί ρήγματα στο κλίμα του φόβου, της ανασφάλειας, της ντροπής και επιτρέπει την ελεύθερη έκφραση ιδεών, συναισθηματικών και άλλων αναγκών, διεκδίκηση καταπατημένων δικαιωμάτων.

Η συνειδητοποίηση του εαυτού και των πραγματικών αναγκών του γίνεται μέσα από τη σχέση αλληλεπίδρασης με τον Άλλον, είναι επομένως κοινωνικό και όχι ατομικό ζήτημα.

Η προσωπική χειραφέτηση και η αυτονομία, στα πλαίσια της αυτοπραγμάτωσης, αποκτούν νόημα μόνο στον βαθμό που εντάσσονται οργανικά στον συνολικό αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση, την απελευθέρωση της κοινωνίας από τα ταξικά δεσμά. Άλλωστε η πρόληψη δεν μπορεί να είναι παρά η απάντηση στην πρόκληση να πάρει ολόκληρη η κοινωνία στα δικά της χέρια τη διαλεκτική ελευθερίας και εξάρτησης, υπερβαίνοντας την ίδια την εξάρτηση σαν τρόπο ζωής.

Απ’ αυτή την άποψη, η πρόληψη ως απελευθερωτικό πρόταγμα, και ως έμπνευση, πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα για τους λειτουργούς της μια φιλοσοφία και ένας τρόπος ζωής σε σύγκρουση όχι απλά με την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού αλλά με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και τους θεσμούς του. Μόνον έτσι, μπορεί να ανοίξει ένας δρόμος για να ζωντανέψει το όνειρο και η ελπίδα στους ανθρώπους που βιώνουν τα δεινά της κρίσης. Άλλωστε, όπως έλεγε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η ελπίδα δόθηκε για τους απελπισμένους….

* Η Κατερίνα Μάτσα είναι πρώην διευθύντρια της Μονάδας Απεξάρτησης 18 ΑΝΩ (ΨΝΑ-Δαφνί), ψυχίατρος και συγγραφέας.



Oι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» των Κέντρων Πρόληψης και η ανάγκη καθολικού οράματος.

alt

Του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου*(17.3.2017)

Από το τοπικό στο παγκόσμιο, από το προσωπικό στο συλλογικό, από την επιβίωση στις μεγάλες αξίες

«Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος, μέσα εις τον οποίον κινιέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζει εις την ατμόσφαιρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση, οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν, – και για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. – Ιδές τον Προμηθέα και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. – Ας φανεί καθαρά η μικρότης του τόπου και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες».

«Eλεύθεροι Πολιορκημένοι» – Διονύσιος Σολωμός (Στοχασμοί του ποιητή)

Η δύναμη των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» των Κέντρων Πρόληψης, μέσα στην έρημο της «πεφωτισμένης» δυτικής επιστήμης για την πρόληψη, είναι οι τόποι της. Οι 75 αυτοί τόποι, κεντημένοι στην ελληνική επικράτεια, που παλεύουν με τα θεριά της μετανεωτερικής μηδενιστικής εποχής μας: την μοναξιά, τον καταναλωτικό ναρκισσισμό, την βία, το υπαρξιακό κενό, εντέλει, τις εξαρτήσεις. Με κύριο στόχο, την πρόληψη των εξαρτητικών συμπεριφορών και την προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας.

Διαβάζοντας, το συλλογικό έργο «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» [διαθέσιμο στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html], συνειδητοποίησα, για άλλη μια φορά, γιατί στην ομηρική διάλεκτο, η λέξη ήθος, πριν μετεξελιχθεί στο σημερινό της νόημα, σήμαινε: τόπος. Τα Κέντρα Πρόληψης, λοιπόν, είναι οι άνθρωποι και οι τόποι τους.

Κι ενώ, μεθοδολογικά, προτείνουν το συνεκτικό όραμα της Καθολικής πρόληψης -και μάλιστα σε μια χώρα που διαλύεται-, μέσα από την ποικιλία που τους προσδίδει το άρωμα του παλιού κοινοτισμού, ανανεωμένου στις νέες εξελίξεις, η Πολιτεία, κάνει αυτή την ευκαιρία, κρίση! Αρχικά, με το χρόνιο πρόβλημα της απουσίας, συμπαγούς θεσμικής συγκρότησης, μετέτρεψε την ποικιλία της σύνθεσης, σε ένα «άναρχο, κατακερματισμένο και δαιδαλώδες, θεσμικό καθεστώς», ενώ εσχάτως, εμφανίζονται «από τα πάνω» σκέψεις για μια «αναδιάρθρωση» συγκεντρωτικού τύπου, περιλαμβάνουσα την αλλαγή του ιδρυτικού ρόλου των Κέντρων Πρόληψης, με μετάθεση του κέντρου βάρους από την καθολική-κοινοτική πρόληψη στην υποστήριξη ατομικών περιπτώσεων όπου ήδη έχει εμφανιστεί «το πρόβλημα» ή «ειδικών ομάδων».

Σύγκρουση προτεραιοτήτων, στόχων, οραμάτων

Τι ποιο αυτονόητο, στους καιρούς μας, τονίζουν τα Κέντρα Πρόληψης, «να προχωρήσουμε σε ένα αυστηρό, σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο και με αυξημένους βαθμούς ελευθερίας μέσα στα όρια του πλαισίου αυτού – ελευθερίας σε σχέση με την πολυπλοκότητα και τις απαιτήσεις του αντικειμένου της δουλειάς μας, προκειμένου αυτή να είναι αποτελεσματική, και όχι ελευθερίας στις πήλινες βάσεις διάφορων υποκειμενισμών». Τι πιο αυτονόητο από ένα τέτοιο, νέο θεσμικό σχήμα ενιαίου φορέα των Κέντρων Πρόληψης, που ανεξάρτητος και αυτοτελής θα συνεργάζεται ισότιμα με τους υπόλοιπους υπαρκτούς ενιαίους φορείς αντιμετώπισης της εξάρτησης.

Όμως, φαίνεται πως οι λογής «από τα πάνω» τεχνοκράτες, μαθητές αποδομητικών «αφηγήσεων» και νάρκισσων μητροπολιτικών γκουρού, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται αυτή τη σύγχρονη αναγκαιότητα, αλλά προτείνουν στην ουσία την κατάργηση της εξελικτικής «ιστορικής συνέχειας» των κοινοτήτων και μάλιστα με το ψευδοαφήγημα της «διαθεματικότητας και πολυθεματικότητας». Στην ουσία, υπονομεύοντας την ποικιλία της κοινότητας, υποκαθιστώντας την ποικιλία και την διαφορετικότητα, με την πανσημία των μηνυμάτων, όπου όλα μπορεί να σημαίνουν όλα, δηλαδή, μηδέν και τίποτα. Η ίδια η μεταμοντέρνα διαχείριση της πολιτικής των εξαρτήσεων μοιάζει να ενισχύει το μετανεωτερικό αδιέξοδο του καιρού μας, που συντείνει στην δημιουργία εφήμερων, αποσπασματικών και εύκολων να λυθούν σχέσεων, δηλαδή, εξαρτήσεων από μια ζωή χωρίς νόημα.

Δεν ξέρω, αν θα βοηθήσω τους συναδέλφους στα Κέντρα Πρόληψης, με το άρθρο μου, επειδή μοιάζει τόσο «οπισθοδρομικό» να υπερασπίζεσαι τόπους, στους «μοντέρνους επιστήμονες», αλλά στον καιρό μας χρειάζεται να υπενθυμίζεις το αυτονόητο και να είσαι ενάντια στην «αποσύνθεση των κοινωνιών» που έλεγε και ο «αντιδραστικός» Αλμπέρ Καμύ. Επίσης, δεν είναι σίγουρο ότι θα τους προσφέρω καλή βοήθεια, γράφοντας για τον -περισσότερο μεταμοντέρνο από πολλούς σύγχρονους-, συνθετικό και «συστημικό» στοχαστή Διονύσιο Σολωμό, εφόσον δεν προστρέχω στην βιβλιογραφία της πεφωτισμένης Δύσης. Νιώθω, όμως ότι το ρίζωμα των ανθρώπων των Κέντρων Πρόληψης και η πολιορκία τους, συνηχούν με το ευρύτερο δράμα μιας χώρας που συντρίβεται στο πέρασμα της εποχής και χρειάζεται ζωή με ελεύθερη σκέψη και νόημα.

«Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος»

Είναι αυτή η μικρή «πόλη», λοιπόν, ο «μικρός Κύκλος», μέσα στο οποίο κινείται ο εαυτός μας αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον – ο άνθρωπος, το πρόβλημά του, οι επαγγελματίες των Κέντρων Πρόληψης, η οικογένεια, οι σχέσεις, οι γύρω μας, οι δικοί και οι πρόσφυγες, οι ασφαλείς και οι κατατρεγμένοι. Από την «κατάσταση πολιορκίας», που ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικότητας, ξεκινά η προσπάθεια για ελευθερία και απελευθέρωση από την προσωπική ή συλλογική μας δυσκολία.

Η διατήρηση της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, του συνεχή αγώνα μέσα στο σύμπτωμα (τον μικρό κύκλο), κάμε να «κινιέται» με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε να απελευθερωθεί, η «υλική θέση» (δηλαδή, η βιολογική και σωματική μας υγεία) και να αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι αυτή για μας, αλλά και γι’ αυτούς που μας πολιορκούν, όσοι, δηλαδή που συμβάλλουν στην δημιουργία της «πολιορκίας» (δηλαδή του συμπτώματος).

«Κάμε», όμως, κι αυτή η προσπάθεια (ο αγώνας, η απελευθέρωση, η αλλαγή), να αποκτά την «ηθική θέση» που την συνδέει με τα μεγαλύτερα συμφέροντα της «Ανθρωπότητας». Με αξίες οικουμενικές και παγκόσμιες της κοινότητας των ανθρώπων.

Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», η ηθική ελευθερία είναι το πιο στέρεο καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία. Ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί την αυτονομία του απέναντι στις φυσικές δυνάμεις (το τραύμα, το σύμπτωμα, την εξωτερική απειλή, κ.α) οδηγείται στη δράση και από τη σύγκρουση αυτή γεννιούνται υψηλές πράξεις και ιδανικά.

Στον «μικρό κύκλο», φαίνεται ακέραιος ο άνθρωπος· το ύψος της ψυχής του και συνάμα τα φυσικά αισθήματα (έρωτας, μητρική αγάπη, ενθουσιασμός , φιλοζωία, έρωτας προς τις ομορφιές της φύσης, το παρελθόν, το μέλλον, κλπ) σε όλη τους τη σφοδρότητα, την ώρα που τα σκεπάζει η σκιά του θανάτου (του συμπτώματος). Και συγχρόνως αυτή η υπεροχή του πνεύματος (του νοήματος) μπροστά στη βία, δηλαδή της αλλαγής έναντι της ψυχικής ή σωματικής κακοποίησης,φαίνεται στον ανδρικό και στο γυναικείο χαρακτήρα, ως στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χρόνια αργότερα, ο Σεφέρης αναφέρει για τον Σολωμό:

«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε.» (Σεφέρης [1937] 1984: 71, 74)

Ας το παραλλάξω, μέσα στην «θεραπευτική μου διαστροφή»:

«Ο γενάρχης της αλλαγής (ο άνθρωπος στην θεραπεία), δεν ήξερε την γλώσσα της, αλλά την έμαθε και συνέχιζε να μαθαίνει ως το τέλος της ζωής του […]. Αλλά την πορεία αυτή την εχάραξε μια για πάντα η δική του μοναδική διάνοια. Και ίσως επειδή, ερχόταν κάθε τόσο από μακριά (ξέροντας πως γεννήθηκε και πως ήρθε στη ζωή, παιδί μιας μακραίωνης οικογενειακής και πολιτισμικής ιστορίας), να κοίταξε-παίρνοντας απόσταση, όποτε χρειαζόταν- τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε».

Τον δρόμο αυτό, ας συνεχίζουν να χαράσσουν οι άνθρωποι των Κέντρων Πρόληψης, πριν καν εμφανιστεί η ανάγκη θεραπείας. Ας ζυμωθούν ακόμα περισσότερο με τους τόπους και τους ανθρώπους.

Έχουν ρίζες πια, σε τόπους με ρίζες. Βάση γερή, για να πετάξουν σε νέους δρόμους ελευθερίας, ηθικής δέσμευσης, οράματος και νοήματος.

* Κοινωνιολόγος-Σύμβουλος Απεξάρτησης, Υπεύθυνος ΚΕΘΕΑ Mosaic



Για την έννοια της συστημικής προσέγγισης στην καθολική πρόληψη.

alt

Του Γιώργου Λεχουρίτη* (10.3.2017)

Η Συστημική Προσέγγιση είναι μια εξέλιξη της Θεωρίας των Συστημάτων και της Κυβερνητικής που εμφανίστηκαν την δεκαετία του ‘40 και έστρεψαν την ψυχολογική ματιά από το άτομο, στο «όλον» και από τις προσωπικές ιδιότητες, στις σχέσεις. Αυτή η διευρυμένη Θεώρηση του ανθρώπου εμπλούτισε την ατομική και την οικογενειακή θεραπεία διεθνώς. Σύμφωνα με την συστημική θεώρηση, γεννιόμαστε και εξελισσόμαστε μέσα σε συστήματα, δηλαδή, ομάδες ισχυρής επιρροής, με κυρίαρχη την οικογένεια. Σε κάθε σύστημα κάθε μέλος συνδέεται με όλα τα άλλα μέλη με ένα πλέγμα σχέσεων που υπερβαίνει τα μέλη και καθορίζει την πορεία και την εξέλιξη όλων. Η έννοια «σύστημα» είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί μας δίνει μια μέθοδο να καταλάβουμε πολύπλοκα φαινόμενα (Helmut. W, 1997). [1]

Ορόσημο στη μελέτη του ανθρώπου και της οικογένειας στάθηκε η θεωρία των γενικών συστημάτων. Η συστημική προσέγγιση έρχεται να δώσει μια νέα ολιστική αντίληψη και ένα νέο πρίσμα στο χώρο της πρόληψης και της ψυχικής υγείας, καθώς υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα της συνεχούς αλληλεπίδρασης μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντός του. Στόχος της συστημικής προσέγγισης δεν είναι το άτομο, αλλά η ανάλυση της δυναμικής των σχέσεων μεταξύ των μερών εντός και εκτός του συστήματος, το οποίο ορίζεται όχι ως άθροισμα αλλά ως το σύνολο των στοιχείων σε αλληλεπίδραση. Η οικογένεια σύμφωνα με την συστημική προσέγγιση αποτελεί το σημαντικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο αναπτύσσεται γνωστικά, συναισθηματικά και κοινωνικά σε συνεχή αλληλεπίδραση και επικοινωνία με τα άλλα μέλη και το περιβάλλον στο οποίο η οικογένεια ανήκει.

Η ατομική συμπεριφορά και οι αντιδράσεις κάθε μέλους μιας οικογένειας είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από την συμπεριφορά των υπόλοιπων μελών. Η κάθε συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας επικοινωνίας σε κάποιο κοινωνικό πλαίσιο που είναι ταυτόχρονα και σύστημα επικοινωνίας.

Σύμφωνα με την συστημική θεώρηση τα μέλη μιας οικογένειας αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοπροσδιορίζονται έτσι ώστε να γίνεται ανέφικτη και άσκοπη ή εξέταση και η κατανόηση της συμπεριφοράς του ενός ανεξάρτητα από την συμπεριφορά του άλλου.

Η οικογένεια όπως και κάθε ζωντανό σύστημα δεν είναι μια απλή σύναξη ατόμων, αλλά μια ενότητα, «ένα σύνολο» με τη δική του δομή, τους δικούς του κανόνες και στόχους. Αυτή η Θεωρητική προσέγγιση καθώς και η παρατήρηση της συναλλαγής ανάμεσα στα μέλη, οδήγησε στην άποψη, πως η «πνευματική οκνηρία» δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά οικογενειακή. Κατά συνέπεια και όλα τα άλλα συμπτώματα, δυσκολίες αλλά και αλλαγές που μπορεί να παρουσιάσει ένα άτομο στην προσωπική του πορεία και εξέλιξη είναι σε άμεση αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση με τα σημαντικά συστήματα στα οποία ανήκει. Άρα στο επίπεδο της θεραπευτικής σχέσης είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε το αίτημα για βοήθεια, του ατόμου, ή της οικογένειας, σε σχέση με τους ρόλους και τη θέση του καθενός στο συγκεκριμένο σύστημα και στην συγκεκριμένη φάση της εξέλιξης του (Παπαδιώτη-Αθανασίου, 2000)[2]

Όσον αφορά στις θεωρητικές προσεγγίσεις για την εφηβεία, τα μοντέλα των Bronfenbrenner(1979) [3]και του Minuchin (2002) [4] έχουν προωθήσει μια ευρύτερη κατανόηση για τις διεργασίες σε πλαίσια πέρα από την οικογένεια και το σχολείο, καθώς και για τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα οικογενειακά υποσυστήματα που λαμβάνουν χώρα και επηρεάζουν την εξέλιξη των διαπροσωπικών σχέσεων.

Το οικο-συστημικό μοντέλο

Ο Urie Bronfenbrenner ήταν από τους πρώτους θεωρητικούς που έδωσε έμφαση στην διεργασία της ανάπτυξης και τόνισε τη σημασία των οικογενειακών, οικονομικών και πολιτικών δομών στην ανάπτυξη του παιδιού.

Στην κριτική του για τα μέχρι τότε μοντέλα και τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η έρευνα της συμπεριφοράς, έγραψε χαρακτηριστικά ότι οι περισσότερες αναπτυξιακές μελέτες στηρίζονται στην «παράξενη συμπεριφορά των παιδιών, κάτω από παράξενες συνθήκες και παράξενους ενηλίκους στο πιο σύντομο δυνατό χρόνο» (Bronfenbrenner, 1979, σελ. 19), και υπερασπίστηκε την ανάγκη να εστιαστούν οι θεωρίες τόσο στους ατομικούς παράγοντες, όσο και το περιβάλλον (Bronfenbrenner, 1993).

Σύμφωνα με το οικο-συστημικό(η βιο-οικολογικό) μοντέλο του (Bronfenbrenner & Morris, 2006. Bronfenbrenner, 1993, 1979) το περιβάλλον αναλύεται σε τέσσερα ιεραρχικά καθορισμένα και πολυδιάστατα επίπεδα, τα οποία συνεχώς μεταβάλλονται.[5]

Το μικροσύστημα αναφέρεται στην αλληλεπίδραση του παιδιού με το σχολείο, την οικογένεια και άλλα άμεσα περιβάλλοντα, τα οποία μπορούν να προωθήσουν ή να αναστείλουν την ανάπτυξη του.

Κάθε μικροσύστημα περιλαμβάνει:

α) τα κοινωνικά στοιχεία,

β) τα φυσικά στοιχεία.

Επίσης, χαρακτηρίζεται:

α) από τα δομικά χαρακτηριστικά του και

β) από τις λειτουργικές σχέσεις (φύση, σκοποί και χαρακτηριστικά των συναλλαγών μεταξύ των μελών ή των στοιχείων/μονάδων μέσα σε κάθε συστημικό πλαίσιο) (Πετρογιάννης, Παπαδιώτη-Αθανασίου, 2004, σελ. 530). [5α]

Οι δομές που προωθούν την ανάπτυξη είναι ότι επιτρέπει τη διαχείριση του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος, όπως η ύπαρξη ήσυχων χώρων, η συμμετοχή των γονέων στις δραστηριότητες, ενώ ανασταλτικά για την ανάπτυξη θεωρούνται η χρήση βίας, οι συγκρούσεις, οι απρόβλεπτες αντιδράσεις, η έλλειψη χώρου κ.ο.κ.

Τα μεσοσύστηματα είναι συνδυασμός μικροσυστημάτων και των αλληλεπιδράσεων τους στη ζωή του παιδιού. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν στην αξιολόγηση των παραμέτρων της σχολικής επίδοσης να λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά η συμβολή των υποστηρικτικών γονέων, αλλά οφείλουμε να εξετάζουμε και την επίδραση από μη υποστηρικτικούς δασκάλους ή φίλους.

Το εξωσύστημα αποτελείται από τα περιβάλλοντα που δεν αφορούν άμεσα τη ζωή του παιδιού, αλλά την επηρεάζουν, όπως για παράδειγμα το εργασιακό περιβάλλον των γονέων, ή το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Τέλος, το μακροσύστημα είναι τα κυρίαρχο μοντέλο κάθε κοινωνίας που διαμορφώνει και επηρεάζει τα υπόλοιπα τρία συστήματα και περιλαμβάνει ιστορικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και θεσμικές αναφορές, όπως οι αξίες, τα ήθη και τα έθιμα.

Δημιουργικά και καταστροφικά περιβάλλοντα

Ο Bronfennbrenner έκανε επίσης τη διάκριση ανάμεσα σε δημιουργικά και καταστροφικά περιβάλλοντα.

Ως δημιουργικά, θεώρησε όσα προωθούν μία αίσθηση ασφάλειας και «ανήκειν», βοηθούν το παιδί να αναπτύξει την αυτονομία και τις δεξιότητές του, και ως καταστροφικά αυτά που υποσκάπτουν την ασφάλεια, την εξερεύνηση και τη συμμετοχή. (Bronfenbrenner & Morris, 2006)

Ο Bronfenbrenner τοποθέτησε το μοντέλο του στο πλαίσιο του χρόνου, όπως αυτό ορίστηκε από τον Elder (1998) [6] και ενσωμάτωσε τις τέσσερις αρχές του: α) ότι η ζωή και η ανάπτυξη του ατόμου καθορίζεται από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο ζει και τα γεγονότα που συμβαίνουν στη διάρκεια της ζωής του, β) ότι η αναπτυξιακή επίδραση μιας σειράς γεγονότων σχετίζεται με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το άτομο, όταν συμβαίνουν αυτά τα γεγονότα, γ) ότι τα άτομα ζουν σε άμεση αλληλεπίδραση με τους άλλους, και μέσα από αυτή την αλληλεπίδραση επηρεάζονται από τις ιστορία και την κοινωνία, και δ) ότι τα άτομα κατασκευάζουν μόνα τους τη ζωή τους, μέσα από τις επιλογές και τις πράξεις τους, στο πλαίσιο των ευκαιριών που τους παρουσιάζονται και των δεσμεύσεων που προκύπτουν από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Οι Bronfenbrenner & Morris (2006) προσθέτουν σε αυτές τις τέσσερις, και μία πέμπτη αρχή: ότι τα άτομα δεν είναι μόνο παράγωγα, αλλά και παραγωγοί των ιστορικών αλλαγών.

Κάθε αναπτυσσόμενο σύστημα έχει τη δυνατότητα να αλλάξει και να προσαρμοστεί στις καινούριες εμπειρίες. Η έκβαση της προσαρμογής δεν είναι αποτέλεσμα μια γραμμικής πορείας στο χρόνο, με συγκεκριμένους παράγοντες να συνδέονται με συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Η ορολογία που πρότεινε ο Bronfenbrenner μπορεί να μην έχει επικρατήσει, αλλά η επίδραση της οικογένειας, του σχολείου και του κοινωνικού περιβάλλοντος αποτελεί πια μια πραγματικότητα που δεν αμφισβητείται.

Η θεωρία του Bronfenbrenner σηματοδότησε και την αλλαγή στη συζήτηση για το τι υπερισχύει, η φύση ή η ανατροφή, και συνέπεσε χρονικά με την εμφάνιση της ιστορικό-πολιτισμικής ψυχολογίας (Vygotsky ), που έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνική ερμηνεία της συμπεριφοράς, παρά στην ίδια τη συμπεριφορά. Το μοντέλο του Bronfenbrenner τοποθετεί την ανθρώπινη ανάπτυξη μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό, πολιτισμικό και ιστορικό περιβάλλον.

Επιπλέον μέσα στα διαφορετικά επίπεδα του Bronfenbrenner κρύβονται οι προστατευτικοί παράγοντες και οι παράγοντες επικινδυνότητας για την ανάπτυξη του παιδιού ως αναπτυσσόμενου ανθρώπου, και χαρτογραφείται η μεταξύ τους και μεταξύ των επιπέδων αλληλεπίδραση.

Τα τρία επίπεδα του κοινωνικού

Συνεπώς το κοινωνικό πεδίο χωρίζεται σε τρία επίπεδα ως εξής: το μάκρο επίπεδο, το μέσο επίπεδο και το μίκρο επίπεδο. Το μάκρο επίπεδο περιλαμβάνει τους κοινωνικούς θεσμούς, την εξουσία και τις επικρατούσες κοινωνικές αξίες και νόρμες.

Το μέσο επίπεδο αποτελείται από οργανισμούς στα πλαίσια των οποίων κοινωνικοποιείται το άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του (σχολείο, εκκλησία, εργασία /επάγγελμα).

Το μίκρο επίπεδο, τέλος, περιγράφει όλες τις στενές σχέσεις του ατόμου και την ανάπτυξή του μέσα στον πρωταρχικό οργανισμό κοινωνικοποίησης, την οικογένεια.

Όπως έχει δείξει η έρευνα από τον χώρο της Παιδαγωγικής (Γκότοβος, 1985) [7] και Κοινωνικής Ψυχολογίας (Κοκκινάκη Φ,2006 & Μαλικιώση-Λοΐζου, 1999) [8]  οι σταθερές σχέσεις θεωρείται ότι ποικίλλουν ως προς πέντε διαστάσεις:

  1. Συνεργατική – ανταγωνιστική
  2. Βαθιά – επιφανειακή
  3. Προσανατολισμένη στο στόχο – κοινωνικο-συναισθηματική
  4. Ιεραρχική – ισότιμη
  5. Επίσημη – ανεπίσημη.

Αυτές οι διαστάσεις φαίνεται να έχουν εφαρμογή στις διαπροσωπικές σχέσεις ανεξαρτήτως πολιτισμικού συστήματος, παρότι το θέμα δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο εμπειρικών ερευνών.

Σημειώνεται ότι υπάρχει αλληλεξάρτηση του μίκρο, του μέσο και του μάκρο επιπέδου. Στο πρώτο επίπεδο κατατάσσεται η οικογένεια (μίκρο), στο επόμενο η δομή του σχολείου (μέσο) και στο τρίτο το περιβάλλον έξω από τα σχολεία (μάκρο).Αυτά τα επίπεδα αλληλεπιδρούν ή αλληλοεπικαλύπτονται.

Εφαρμογή στο πεδίο της πρόληψης

Οι περισσότεροι ερευνητές, όπως ο Bronfenbrenner (1993), o Μπρούζος (1995) & η Epstein (1995) τάσσονται υπέρ μιας στενής σχέσης συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης ανάμεσα στο σχολείο και την οικογένεια, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για επιτυχή αγωγή (Γεωργίου, 2000)[9], μετατοπίζοντας την εστίαση από την παιδο- κεντρική στην οικογενειο-κεντρική παροχή φροντίδας (family–centered intervention), που βασίζεται σε αντιλήψεις όπως οικογενειακή υποστήριξη, οικογένειες ως λήπτες αποφάσεων και ενδυνάμωση οικογενειών, για να στηρίξουν τις ανάγκες των παιδιών τους.[10]

Έρευνες για τη σχέση προβλημάτων συμπεριφοράς στα παιδιά και επιπέδων συζυγικής ικανοποίησης έχουν δείξει ότι:

  1. όσο πιο ψηλά είναι τα επίπεδα συζυγικής ικανοποίησης που δηλώνονται από τις μητέρες, τόσο λιγότερα και τα προβλήματα ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των παιδιών που αναφέρονται από αυτές και
  2. όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, τόσο περισσότερα προβλήματα ανέφεραν οι μητέρες (Fine, Voydanoff & Donnelly, 1994; McHale & Maguire, 1996 στο Πετρογιάννης, Παπαδιώτη-Αθανασίου, 2004, σελ. 531). [10α]

Η οικογένεια λοιπόν στο πλαίσιο της κοινότητας, φαίνεται να σχετίζεται με πολλούς προστατευτικούς παράγοντες (ισχυρούς δεσμούς, φροντίδα και υποστήριξη, όρια), καθώς και με παράγοντες κινδύνου (χαοτικό οικογενειακό περιβάλλον, ανεπαρκής γονεϊκός ρόλος, αδιάφορη ανατροφή), οι οποίοι συνδέονται με τη χρήση ναρκωτικών και την ευαλωτότητα (vulnerability) στην εμφάνιση της ψυχοπαθολογίας. (Σ. Γεωργίου,2000)

Στο χώρο του σχολείου και της οικογένειας, βασικός σκοπός του βιο-οικολογικού μοντέλου του Bronfenbrenner είναι η πρόληψη (πρωτογενής κατάσταση) των προβλημάτων των μαθητών, γονιών, εκπαιδευτικών και η προαγωγή της ψυχικής υγείας τους. Σε δευτερογενείς καταστάσεις, όπου το πρόβλημα αρχίζει να γίνεται αισθητό, με αυτή τη μορφή υποστήριξης προς τον/τους εκπαιδευτικό/γονιό/ους μπορούν να προσδιοριστούν και να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες προτού εξελιχτούν σε σοβαρά μελλοντικά προβλήματα.

Συνοπτικά, το βιο-οικοσυστημικό μοντέλο του Bronfenbrenner εστιάζει το ενδιαφέρον στο περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και δραστηριοποιείται το παιδί, η οικογένεια και στην πολυπλοκότητα της αλληλεπίδρασης κατά την ανάπτυξή του.

Συνεπώς η αποτελεσματική επικοινωνία στο πλαίσιο της Κοινότητας προϋποθέτει τόσο την ευαισθητοποίηση σε συγκεκριμένες δεξιότητες γονέων εκπαιδευτικών και μαθητών, όσο και την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των μεταβολών που υφίσταται το υπαρκτό κοινωνικό-οικονομικό και πολιτιστικό σύστημα στη σύγχρονη πραγματικότητα. [βλ. συλλογικό έργο «Κοινότητα, Πρόληψη των Εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html]

* Ο Γιωργος Λεχουρίτης είναι ψυχολόγος, αντιπρόεδρος του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας.



Με αφορμή το πέρασμα ενός φαραγγιού.

alt

Από την Μόρφω Παπανώτα*(1.3.2017)

Το να περάσεις ένα φαράγγι μπορεί να είναι επιλογή ή μπορεί να πρέπει να ακολουθήσεις κάποιους, να τους συνοδεύσεις, να τους συμπαρασταθείς. Αν δεν είναι ένα όνειρο ζωής, ένας στόχος, μπορεί να είναι ένας εξαναγκασμός.

Σίγουρα, πάντως, είναι μια εμπειρία. Όταν βγαίνεις από ένα φαράγγι δεν είσαι ο άνθρωπος που μπήκε.

Κατά το πέρασμα, ο χώρος, ο αέρας, οι σκέψεις, η φαντασία, η αλληλεπίδραση, η αντιμετώπιση νέων συνθηκών / προκλήσεων οδηγούν και σε μια έσω-στροφή. Δίνουν την ευκαιρία να ανακαλύψεις πτυχές καινούριες του βίου.

Με αφορμή το βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη «Το Φαράγγι», η ομάδα ανάγνωσης που το Κέντρο Πρόληψης «Σταθμός» έχει συνδημιουργήσει με μέλη της τοπικής κοινότητας, συνομίλησε με τη συγγραφέα. Ακολουθώντας τους ήρωες του βιβλίου, αναπνέοντας τις ζωές και τις αλλαγές τους μπήκαμε κι εμείς σ’ ένα συμβολικό φαράγγι, στο δικό μας φαράγγι.

Μέσα από το ζύμωμα των σκέψεων, των συναισθημάτων, των εκμυστηρεύσεων αναπήδησε αυτή η αυθεντική, ανθρώπινη ανάγκη να μπορείς να ακουμπήσεις και να μοιραστείς μια εμπειρία, ίσως μια πληγή, που θα γίνει σεβαστή και θ’ αποτελεί έναν πολύτιμο λίθο της ομάδας. Πλάστηκε ένα λαμπερό σημείο που κάθε φορά θα υπενθυμίζει και θα σηματοδοτεί την κατάθεση μιας ψυχικής εμπειρίας, έγινε ένα βήμα πιο κοντά στην ουσία της ύπαρξης. Ο άνθρωπος μες στην ομάδα, στο συλλογικό. Και η ομάδα των ξεχωριστών ανθρώπων.

Με Πρόταση για τον άνθρωπο και την κοινωνία

Τέτοιες «εξορμήσεις» γίνονται στα πλαίσια της λειτουργίας ενός Κέντρου Πρόληψης και αφορούν ανθρώπους της κοινότητας, που συναντώνται με κοινό παρονομαστή την αγάπη τους για το βιβλίο και την επιθυμία τους να συνομιλήσουν και να μετακινηθούν από τον πολύ ιδιωτικό τους χώρο σε έναν πιο κοινοτικό χώρο. Η αυτενέργεια στη χαμηλή κλίμακα, στη γειτονιά, στην παρέα, που θα ξαναζωντανέψει την ανάγκη της συνάντησης χωρίς επιτήδευση, χωρίς φτιασίδια και τυμπανοκρουσίες.

Αυτή την ανάγκη υπηρετούν χρόνια τώρα οι λειτουργοί των Κέντρων Πρόληψης. Ευαίσθητες πυξίδες που οδηγούν και οδηγούνται, συνοδοιπορούν στο δρόμο που χαράσσουν οι ζωές των ανθρώπων και οι κοινωνίες.

Οι εργαζόμενοι των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων βρισκόμαστε σε ένα πέρασμα, σε μια διαδικασία στοχασμού και αναζήτησης μιας πορείας πιο λειτουργικής, πιο δημιουργικής, πιο στέρεης. Ώστε να φτάσουμε, βγαίνοντας από το δικό μας μακρύ φαράγγι, στο τοπίο που θα πραγματώνει τις αξίες και τα όνειρά μας και τα όνειρα όσων μας εμπιστεύονται.

Η πορεία αυτή προχωρά διαφορετικά από τα συνηθισμένα. Ξετυλίγεται, «ανάμεσα σε κρότους και σιωπές», με συγκεκριμένες προτάσεις που πέρα από την επιστημονική τεκμηρίωση που διαθέτουν, συνιστούν και μια κατάθεση ψυχής (βλ. το συλλογικό έργο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», διαθέσιμο στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html).

Γιατί, τελικά, μέσα από τα αναρίθμητα παραδείγματα της πολύχρονης πρακτικής, αναδύεται ως βεβαιότητα η πίστη ότι όλοι θέλουμε να έχουμε ένα χώρο για να ονειρευτούμε, να δημιουργήσουμε, να ξανασυνδεθούμε και να ξαναπεριγράψουμε τη ζωή μας. Σε ατομικό επίπεδο, σε ομαδικό επίπεδο, σαν κοινωνία. Αυτοί είναι οι -τόσο ανθρώπινοι και τόσο παραμελημένοι- χώροι της πρόληψης των εξαρτήσεων, αυτά είναι τα χαμένα τοπία που καλούμαστε να αναζητήσουμε μέσα από τα φαράγγια μιας κακοτράχαλης καθημερινότητας.

Για να ξανασυνδέσουμε, λοιπόν, τους χώρους όπου θα μπορούμε να δημιουργούμε και να εκφραζόμαστε, όπου θα περπατάμε με σταθερά βήματα τις πορείες της ζωής μας, προτείνουμε τη συνένωση των διάσπαρτων Κέντρων Πρόληψης σε ενιαίο, αυτόνομο φορέα, ισότιμο με όλους τους υπόλοιπους φορείς αντιμετώπισης των εξαρτήσεων – απελευθερώνοντας το δυναμικό που ως τώρα συμπιέζεται από το ισχύον καθεστώς λειτουργίας των δομών.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν θα τα καταφέρουμε «συντεχνιακά». Το ερώτημα είναι πού θέλουμε να βγούμε -και πώς- μέσα απ’ το φαράγγι, σαν άνθρωποι και σαν κοινωνία.

*Μόρφω Παπανώτα, κοινωνιολόγος στο Κέντρο Πρόληψης «Σταθμός» των δήμων Καλλιθέας και Μοσχάτου-Ταύρου, μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων & Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας.



Καθολική Πρόληψη: Πρόσκληση για συνάντηση και διάλογο σε καιρούς που ευνοούν τη σιωπή και την απουσία.

alt

Της Χριστίνας Τσολάκη*(20.2.2017)

Η πανελλαδική συντροφιά των 75 -σήμερα- Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας υλοποιεί εδώ και είκοσι χρόνια τη συντριπτική πλειοψηφία δράσεων Πρόληψης στη χώρα. Αυτές περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα εξαρτήσεων και επικίνδυνων συμπεριφορών, καθώς και την προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας: χρήση ουσιών, διαδίκτυο, εκφοβιστικές συμπεριφορές, διαφορετικότητα, ρατσισμός, διαχείριση πένθους κ.λπ.

Δύσκολος και φιλόδοξος ο ρόλος των Κέντρων Πρόληψης, λοιπόν, αφού απαιτεί πολυεπίπεδες παρεμβάσεις από τον άνθρωπο μέχρι την κοινότητα με στόχο την αναίρεση όλων των κοινών γενεσιουργών αιτιών των εξαρτητικών συμπεριφορών και των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων.

Παρεμβάσεις σε ατομικό επίπεδο που αφορούν την αντιμετώπιση προσωπικών μας δυσκολιών, παραγόμενων σε ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο με τη σειρά του διαμεσολαβεί και αντανακλά στα μέλη της κοινωνίας την κοινωνική κρίση, την κρίση αξιών και θεσμών.

Παρεμβάσεις, άρα, και σε συλλογικό επίπεδο, για την κοινωνική ενδυνάμωση και συνοχή ως βασικό προαπαιτούμενο «θωράκισης» του ανθρώπου απέναντι στις εξαρτήσεις.

Παρεμβάσεις με έμφαση στους συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, δηλαδή στις σχέσεις. Στις σχέσεις που εδράζονται στον σεβασμό, την εμπιστοσύνη και την αποδοχή, διευκολύνοντας την ενίσχυση των όρων αυτοπροστασίας και αλληλοπροστασίας, αναπλάθοντας πλαίσια/περιβάλλοντα με την ενεργό δράση και ευθύνη των μελών της εκάστοτε κοινότητας. Δηλαδή, παρεμβάσεις στον πυρήνα της κοινοτικής δουλειάς:

«Είναι μέσα από την εγκαθίδρυση σχέσης των μελών της κοινότητας -μεταξύ τους και με τους/τις λειτουργούς πρόληψης που δρουν ως πρότυπα και καταλύτες-, που επέρχεται η συνειδητοποίηση της ευθύνης, η ενεργοποίηση και ανάληψη δράσης (λ.χ συγκρότηση ομάδων αυτοβοήθειας, ενεργοποίηση συλλόγων γονέων κ.ά.), τελικά η σταδιακή αλλαγή σχέσεων, στάσεων και συμπεριφορών.» [βλ. κεφάλαιο Γ΄ του συλλογικού έργου «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» διαθέσιμο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html]

Αταλάντευτα για ενεργούς ανθρώπους σε ενεργές κοινότητες

Η δομή των σύγχρονων κοινωνιών, οι κυρίαρχες σχέσεις, αξίες και πρότυπα ζωής κατασκευάζουν από πολύ νωρίς «άτομα» – θραύσματα ανθρώπων, ψυχικά ευάλωτα, με αισθήματα δυσφορίας και ανεπάρκειας στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της καθημερινότητας. Με την επενέργεια της πρωτοφανούς κρίσης της τελευταίας εξαετίας τα προϋπάρχοντα αίτια εντείνονται, ώστε δεν είναι να απορεί κανείς με την έξαρση εξαρτητικών συμπεριφορών που άλλοι τις βαφτίζουν «προβληματικές», άλλοι «ατομικά προβλήματα», άλλοι «ψυχοπαθολογίες», ίσως για να δικαιολογήσουν πολιτικές επιλογές υπό μορφή περεταίρω «μεταρρυθμίσεων» στον τομέα της αντιμετώπισης των εξαρτήσεων και συνολικά της ψυχική υγείας.

Γνωρίζουμε, άλλωστε, καλά και τεκμηριωμένα πια ότι οι οικονομικοπολιτικές επιλογές είναι ευθέως ανάλογες με την ψυχική υγεία των πολιτών μιας χώρας. Η προωθούμενη αφαίρεση της κοινοτικής δουλειάς από το κυρίως σώμα των πολιτικών αντιμετώπισης των εξαρτήσεων σήμερα, εν μέσω κρίσης, καθιστά το «ισοζύγιο» ακόμη πιο αρνητικό και τις ευθύνες των ασκούντων πολιτική ακόμη πιο σοβαρές.

Τα Κέντρα Πρόληψης μέσα από τις δράσεις τους στην κοινότητα κάνουν μια πρόσκληση στον άνθρωπο για συνάντηση και διάλογο, σε καιρούς που ευνοούν τη σιωπή και την απουσία. Προτείνουν τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης και αλληλοϋποστήριξης των ανθρώπων για τη δημιουργία μιας κοινότητας που ενδιαφέρεται, αυτενεργεί, αντιδρώντας υγιώς, σχεδιάζοντας και δοκιμάζοντας λύσεις για θέματα που την αφορούν.

Συνδιαμορφώνοντας παρεμβάσεις και δράσεις με τα μέλη της κοινότητας συνδράμουμε, λοιπόν, στην αναίρεση του πρώτου αιτιοπαθολογικού παράγοντα για την εμφάνιση εξαρτητικών συμπεριφορών: της παθητικότητας και της αδιαφορίας.

Χωρίς συνειδητοποίηση αυτής της ουσίας της πρόληψης, οι όποιες παρεμβάσεις, ενημερώσεις, εκπαιδεύσεις, συμβουλευτικές συναντήσεις μοιάζουν ή καταλήγουν σε προσπάθειες διαχείρισης αναπαραγόμενων προβλημάτων. Αυτό το έχει αποδείξει περίτρανα η ιστορία των προγραμμάτων πρόληψης τα τελευταία τουλάχιστον 40 χρόνια, διεθνώς. Απομένει να διδαχτούμε από αυτό χωρίς ταλαντεύσεις («εμείς θα πάμε κόντρα στους από πάνω;» κ.λπ.), για να συνεχίσουμε την προσπάθεια ανοίγματος νέων δρόμων όχι για την κοινωνία αλλά με την κοινωνία.

Κεκτημένα και εκκρεμότητες: με γέφυρες τους αγώνες

Για τα μέχρι στιγμής, τολμούμε να πούμε ότι οι εργαζόμενοι των Κέντρων Πρόληψης έχουν καταφέρει πολλά, όπως αυτά αποτυπώνονται στον αυξανόμενο αριθμό παρεμβάσεων στη σχολική κοινότητα (καθολικές παρεμβάσεις πρόληψης σε γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικούς) και όχι μόνο.Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά (ΕΚΤΕΠΝ) οι παρεμβάσεις των Κέντρων Πρόληψης διπλασιάστηκαν ή και τριπλασιάστηκαν τα δύο προηγούμενα έτη, μάλιστα σε μία περίοδο (2011-2014) κατά την οποία τα Κέντρα Πρόληψης υποχρηματοδοτούνταν και με μόνιμη την απουσία Εθνικού σχεδίου δράσης για την Πρόληψη των Εξαρτήσεων.

Θα περίμενε λοιπόν κανείς, ένα τόσο πλούσιο και πρωτοποριακό έργο -διεθνώς αναγνωρισμένο- να ενισχυθεί και να αναδεχθεί από την πολιτεία. Δυστυχώς για άλλη μια φορά αυτή στέκεται κατώτερη των περιστάσεων, αφού όχι μόνο δεν τολμά να προχωρήσει στην ίδρυση ενός ενιαίου αυτόνομου φορέα των Κέντρων Πρόληψης (μέχρι σήμερα 67 κερματισμένων αστικών εταιρειών) που θα προωθεί με τρόπο ενιαίο τις πολυσύνθετες διαδικασίες της δουλειάς στην κοινότητα, σεβόμενος ταυτόχρονα το διαφορετικό που η κάθε κοινότητα ορίζει. Αλλά και δυσκολεύεται να αντιληφθεί (η πολιτεία) την κατάσταση σε μια κοινωνία, που πορεύεται διαρρηγμένη σε συνθήκες ολόπλευρης κρίσης και, άρα, έχει ανάγκη εντατικοποίησης και απλώματος της κοινοτικής δουλειάς, δια της συγκροτημένης εμβάθυνσης της καθολικής πρόληψης στην κοινότητα και όχι δια της αφαίρεσής της από την άσκηση πολιτικών για την υγεία.

Αυτές είναι, τελικά, μερικές μόνο από τις κρίσιμες ιδιαιτερότητες μέσα και απέναντι στις οποίες καθημερινά έχουμε το «προνόμιο» να παλεύουμε οι εργαζόμενοι/ες στα Κέντρα Πρόληψης, προασπίζοντας κεκτημένα με κόπο. Και θα συνεχίσουμε, καταπώς φαίνεται, σε αντιπαράθεση με κέντρα εξουσίας που σχεδιάζουν πολιτικές «εκ του μακρόθεν». Δεν πρόκειται για κάποιο βίτσιο μας. Είναι το καθήκον μας. Το οφείλουμε κυρίως στις τοπικές μας κοινότητες που μας εμπιστεύτηκαν, αγκάλιασαν το έργο μας και μας επέτρεψαν να παραγάγουμε από κοινού έναν πλούτο που δεν μετριέται σε νομίσματα και ισοδύναμα.

* Χριστίνα Τσολάκη, ΦΠΨ, Επιστημονικά Υπεύθυνη του Κέντρου Πρόληψης Ημαθίας «ΠΡΟΣΒΑΣΗ» και υπεύθυνη Περιφερειακού Παραρτήματος Κεντρ. Μακεδονίας του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης.



Καπιταλισμός και Εξαρτήσεις.

alt

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*(15.2.2017)

Το συλλογικό έργο του Σωματείου Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» [http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html], με αφορμή το οποίο ξεκίνησε η συνεργασία τους με το Νόστιμον Ήμαρ, δεν έχει μονάχα ενδιαφέρον για αυτό που είναι ως συγγραφικό έργο, για το περιεχόμενο του δηλαδή, αλλά και για τη διαδικασία της οποίας είναι δημιούργημα. Γιατί πρόκειται για μια συλλογική συνδικαλιστική εργασία. Και εδώ οι λέξεις αυτές, «συλλογικό, συνδικαλιστικό», επανανοηματοδοτούνται ή μάλλον αποκαθίστανται νοηματικά. Επειδή, ακριβώς, και οι δυο αυτοί προσδιορισμοί, κατορθώνουν να υπερβούν τη μίζερη και γκρινιάρικη εγωτική αυτοαναφορικότητα και ως εκ τούτου έχουν να προτείνουν.

Με τον τρόπο αυτό, σε μια εποχή αποδράσεων προς τον περίκλειστο ατομικό εαυτό ή σε δήθεν ανοιχτούς συλλογικούς εαυτούς, το βιβλίο αυτό, αν και πλούσιο και επιστημονικά τεκμηριωμένο, αυτοπαραιτείται της επιστημονικής αυθεντίας του και προσδοκεί να συναντήσει και να συναντηθεί, να διαλεχθεί ανοιχτά και να ενισχύσει, εν τέλει, τον προβληματισμό. Να διερωτηθεί «μαζί», παρά να απαντήσει «μόνο του».

Στη δική μου ελάχιστη συνεισφορά, μπροστά στη δουλειά αυτών των ανθρώπων, θα σταθώ σε κάποιους προβληματισμούς, για τη σχέση Ατομικού-Συλλογικού, με τους οποίους θεωρώ ότι «συναντήθηκα» διαβάζοντας τα κεφάλαια Α’ και Ε’ του βιβλίου, όπου μάλιστα, με περισσή φροντίδα, δίνονται βασικοί ορισμοί.

Εξάρτηση, έλεγχος, κυριαρχία

Νομίζω ο Αντισθένης, είχε ορίσει εκείνο το καταπληκτικό, πως «αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις». Η έρευνα δηλαδή, των λέξεων. Με άλλα λόγια, αρχή της σοφίας, της παιδείας, είναι η αναζήτηση της εννοιολογικής σηματοδότησης των λέξεων μέσα στη διαχρονία, η έρευνα των λέξεων ως μαρτυρίες των συνειδήσεων των ανθρώπων και των συλλογικοτήτων που αυτοί συνιστούν μέσα στο χρόνο.

Το ουσιαστικό, λοιπόν, «εξάρτηση» παράγεται ετυμολογικά από το ρήμα «εξαρτώ», «εξαρτώμαι», που σημαίνει κρεμώ από κάπου (κυριολεκτική σημασία της λέξης), βασίζω ή στηρίζω κάτι σε συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, στηρίζομαι σε κάποιον ή σε κάτι, βρίσκομαι υπό την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του (μεταφορική σημασία της λέξης). Το ρήμα εξ-αρτώ (αρτάω-αρτώ) απαντάται στην αρχαία ελληνική γλώσσα, πάλι με την κυριολεκτική σημασία του κρεμώ από κάπου ή προσδένω σε κάτι. Σε δεύτερο χρόνο, έγινε συχνότερη η μεταφορική χρήση της λέξης, που μπορεί να δηλώνει την προσκόλληση, την έλλειψη αυτοτέλειας ή ανεξαρτησίας, τη «σχέση» υποταγής ή τη «σχέση» που τελεί υπό τον έλεγχο κάποιου άλλου, τη σχέση αιτίας-αιτιατού, αλλά και βέβαια τον εθισμό σε βλαπτικές για τον άνθρωπο ουσίες και δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, αυτή ακριβώς η συχνότερη εμφάνιση της λέξης με τη μεταφορική σημασία της, δεν μπορεί να είναι άσχετη με τις βιωμένες μαρτυρίες των ανθρώπων του καιρού μας.

Άλλο τόσο, στις λατινογενείς γλώσσες, η λέξη addict, addiction, κάποια στιγμή, «εγκαταλείπει» και αυτή την κυριολεκτική της σημασία της ως κατάσταση του να είναι κανείς χρεωμένος, εξαρτημένος οικονομικά από κάποιον άλλο -σημασία που έφερε η λέξη στην περίοδο της δουλοπαροικίας για παράδειγμα- και αποκτά τη σύγχρονη σημασία της, αυτή του εθισμού και της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς. «Και εδώ μπορεί να κρύβεται ένα μικρό ερωτηματάκι», όπως θα έλεγε εκείνος ο τηλεοπτικός ζωγράφος, ο Μπομπ Ρος. Αυτή η αλλαγή στην κατανόηση της εξάρτησης (και του εθισμού), αυτή η αλλαγή στη μαρτυρία της συνείδησης των ανθρώπων, συνοδεύτηκε άραγε, ή καλύτερα, είναι συνέπεια κάποιας μεταβολής στην οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας, που αναγκάστηκε να επικεντρώσει την έμφαση της λέξης από τη διαχείριση των εξωτερικών μορφών ελέγχου (κυριολεκτική σημασία της λέξης ως κρεμώ από κάπου), σε εσωτερικούς τρόπους ανταπόκρισης στην κυριαρχία (μεταφορική, φαντασιωσική, σημασία της λέξης);

Στο βιβλίο του «On Deep History and the Brain», ο Daniel Lord Smail ή κατά κόσμο Frank B. Baird, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Harvard, επισημάνει ότι, «από την εγκαθίδρυση του τον 17ο και 18ο αιώνα, ο παγκόσμιος καπιταλισμός οργανώθηκε γύρω από την ανάπτυξη και τη συντήρηση των εθισμών.Οι πρώτες εισαγωγές στην Ευρώπη (από την Αφρική, τον Αραβικό κόσμο, και την Αμερική) ήταν ο καφές, η ζάχαρη, η σοκολάτα, ο καπνός και τα οινοπνευματώδη – όλες οι ουσίες, δηλαδή, που τροποποιούν τη διάθεση». Και είναι ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, που ο όρος addiction απέκτησε τη σύγχρονη σημασία του. Να, λοιπόν, το κρίσιμο ορόσημο στο οποίο τροποποιείται η σημασία της λέξης «εξάρτηση».

Ο Smail κάνει μια σπουδαία σύνδεση μεταξύ του παγκόσμιου Καπιταλισμού και της αντίδρασης του σώματος στις απειλές, υποστηρίζοντας ότι ο Καπιταλισμός εκμεταλλεύεται τις αντιδράσεις του σώματος για επιβίωση (δηλαδή, το «πάγωμα», την πάλη, τη φυγή και την υποταγή) δημιουργώντας, από τη μια τις προϋποθέσεις της ψυχολογικής κυριαρχίας, αλλά και από την άλλη, την ανακούφιση από τα συναισθήματα της αδυναμίας που ο ίδιος προκαλεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, «ο Καπιταλισμός δημιουργεί άγχος μέσω της μη προβλεπτικότητας και της εξουσιαστικότητας των δομών του, αλλά επίσης ανακουφίζει από το στρες με την ανάπτυξη μιας οικονομίας, που οργανώνεται γύρω από την παραγωγή και την κυκλοφορία των εξαρτησιογόνων ουσιών, πρακτικών και δραστηριοτήτων». Και σίγουρα δεν θα ήταν άστοχο να παρατηρήσει κανείς, ό,τι ο Smail δεν αναφέρεται μονάχα στις εξαρτησιογόνες ουσίες, αλλά μιλά και για εξαρτησιογόνες πρακτικές και δραστηριότητες, διευρύνοντας το «ανακουφιστικό» πεδίο δράσης του Καπιταλισμού και σε ό,τι οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν θεσμίσει ως νόμιμη εξάρτηση, αθωώνοντας τον εθισμό μέσα από τη «νομιμοποίηση» του, με τον ίδιο τρόπο που ενοχοποιούν -αντίθετα- την παράνομη εξάρτηση. Και από το αλκοόλ, για να μην πούμε για το διαδίκτυο, μπορεί να εξαρτηθεί κανείς, αλλά αυτό μοιάζει να είναι λιγότερο ενοχικά φορτισμένο, ακριβώς επειδή είναι νόμιμο, όπως εντοπίζει και το βιβλίο των εργαζομένων.

Εξάρτηση: η «θρησκεία» των λαών

Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει, είναι ότι ο Καπιταλισμός μέσα από την «εξάρτηση» «θεραπεύει», μάλλον ανακουφίζει, τις συνέπειες που ο ίδιος προκαλεί.

Σήμερα πια, η χρήση εξαρτησιογόνων-εθιστικών ουσιών, αλλά και δραστηριοτήτων για τη ρύθμιση του άγχους είναι τόσο κοινά διαδεδομένη, που είναι δύσκολο να οριοθετηθεί τί θεωρείται ως ψυχαγωγική χρήση ουσιών και τί συνιστά, ουσιαστικά, ανάγκη συντήρησης της ίδιας της ζωής. Τί συνιστά ανάγκη ψυχαγωγίας και τί ανάγκη επιβίωσης. Γιατί οι εξαρτήσεις είναι ένας ευρέως διαδεδομένος τρόπος διαχείρισης των δυσβάστακτων συναισθημάτων των συναρτώμενων με την καταπίεση και για πολλούς, είναι η πιο συνηθισμένη απάντηση στην πίεση που βιώνουν.

Συνήθως, όταν προβλέπουμε έναν κίνδυνο, το σώμα είτε ενεργοποιείται, ώστε εισέρχεται σε μια κατάσταση ακραίας διέγερσης (που αναφέρεται ως «υπερδιέγερση»), είτε κινείται προς μια κατάσταση «κλεισίματος»,ως απάντηση στην αίσθηση ενός συγκλονισμού (που ονομάζεται «υποδιέγερση-υπομανία»). Με την έννοια αυτή, οι εξαρτησιογόνες ουσίες, αλλά και δραστηριότητες, είναι πλέον οι καθημερινές μέθοδοι για να «αποδράσει» κανείς από την Καπιταλιστική βαναυσότητα. Σήμερα δηλαδή, οι εξαρτήσεις υπηρετούν το ρόλο, που στον προ-βιομηχανικό κόσμο εξυπηρετούσε η θρησκεία, έτσι ώστε, στον «καινούργιο μοντέρνο κόσμο», δεν είναι πλέον «η θρησκεία το όπιο των Λαών», αλλά αντιστρόφως, το «όπιο», η «εξάρτηση», είναι η νέα θρησκεία των Λαών.Οι λογής εξαρτήσεις είναι η νέα θρησκεία μας, μπας και τη «βγάλουμε καθαρή», εγκαταλειμμένοι, καθώς νιώθουμε, σ’ έναν «άκαρδο κόσμο».

Και ας μου συγχωρεθεί η χυδαιολογία, εξ-αρτημένοι, κρεμασμένοι κυριολεκτικά, από τα αχαμνά του Καπιταλισμού, «εξαρτόμαστε από τις εξαρτήσεις» που αφειδώς προσφέρει, για να ανακουφίσουμε όπως-όπως το τραύμα που εκείνος προκαλεί… πληρώνοντας, ουσιαστικά, και πάλι εμείς, το σκοινί που μας κρεμάει. Οι λέξεις-μάρτυρες αυτό βεβαιώνουν.

Απέναντι σ’ αυτή τη νέα «θρησκεία των εξαρτήσεων», χρειαζόμαστε μια νέα Διαμαρτύρηση. Ένα νέο προτεσταντισμό, αλλά από την ανάποδη. Μια διαμαρτύρηση που δεν θα γυρεύει να εξορθολογίσει-εκλογικεύσει την θρησκευτική πνευματικότητα, αλλά να πνευματικοποιήσει, αυτή τη φορά, τον εργαλειακό ορθολογισμό, δίχως να χρειάζεται να δραπετεύουμε σε «θρησκείες».

* Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας – ψυχοθεραπευτής

** Το άρθρο είναι μια συμβολή στον διάλογο που από κοινού το Νόστιμον Ήμαρ και το Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων έχουμε ανοίξει, στο πλαίσιο του Αφιερώματος «Ανάμεσα σε Κρότους και Σιωπές».



Η Πρόληψη ως ταξίδι με την Κοινότητα.

alt

Του Σπύρου Στογιάννη*(12.2.2017)

Δεν ξέρω τι θα ’πρεπε να σου γράψω, τι να σου ειπώ.
Πρέπει να ‘ναι μεγάλος ο κήπος που θα σε περπατήσω.
Κι ευτυχώς που είναι ο κόσμος απέραντος και τον έχουμε όλοι μαζί
και μπορεί να διαλέξει κανείς ό,τι θέλει.

«Ο χορός του κορυδαλλού»

Από τη συλλογή «Ο χρόνος και το ποτάμι» (1957) του Ν. Βρεττάκου

«Απλωσιά», «άνοιγμα», «ταξίδι», κάποιες από τις λέξεις που έρχονται στο νου καθώς παλεύω να αποτυπώσω σκέψεις των μελών των ομάδων μας που να ταιριάζουν με την πορεία των Κέντρων Πρόληψης στην κοινότητα, δουλεύοντας στο πεδίο.

Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε μάρτυρες μια προσπάθειας από τα «πάνω», να διαρραγεί η σχέση των Κέντρων Πρόληψης με την Κοινότητα, καθώς αρμόδιοι και μη, απεργάζονται σενάρια «συγχώνευσης», αλλαγής του περιεχομένου δουλειάς μας, με την αμφισβήτηση της καθολικής πρόληψης ως φιλοσοφία και αποτελεσματική πρακτική, και τη στροφή στη «διαχείριση περιστατικών» (βλ. και το πρώτο άρθρο του αφιερώματος στο Νόστιμον Ήμαρ, του συναδέλφου Νίκου Λάιου).

Ο κόσμος μας σάμπως να έχει φτωχύνει πολύ και δεν χωρά τέτοιες «ευκαιρίες», «πολυτέλειες» ενεργοποίησης των ανθρώπων και συγκρότησης των κοινοτήτων τους για να αντιμετωπίζουν οι ίδιοι τα ζητήματά τους. Σάμπως ο κόσμος μας να χωρά μονάχα τακτοποιημένα στενά ρυάκια, ασφυκτικές δομές, σχέσεις και προδιαγεγραμμένες πορείες ως φυσική απόρροια του «θαυμαστού νέου κόσμου» που επιβάλλεται ως τρόπος ζωής και σκέψης πανταχόθεν. Εξάλλου υποψιαζόμαστε όλο και περισσότερο πως το να σκέφτεσαι και να δρας «διαφορετικά», σε καθιστά επικίνδυνο.

Συνοπτικά, ο κύριος όγκος του έργου των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας ανά την επικράτεια, είναι η δουλειά με την ομάδα, υιοθετώντας τη βιωματική προσέγγιση ως μεθοδολογία και πρακτική εφαρμογή, καθώς εκείνη δίνει την ευκαιρία της ολόπλευρης και ουσιαστικής συμμετοχής των μελών σε περιβάλλον αυξημένης ελευθερίας, ισονομίας και αλληλοβοήθειας. [βλ. κεφάλαια Γ΄ και Δ΄ του συλλογικού έργου «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» διαθέσιμο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html]

Τα θέματα που ανοίγονται στις ομάδες μας είναι πολλά και ποικίλα: Η εφηβεία, το μεγάλωμα, η χρήση ουσιών, ο εθισμός στον τζόγο και η προβληματική χρήση του διαδικτύου, οι εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης της βίας, η σύνδεση με τις ικανότητες των ανθρώπων σε εποχές απαξίωσης, η προσωπική ανάπτυξη των μελών των ομάδων μας, η δημιουργία ανθρώπινων δικτύων, μικρών δημιουργικών, ανήσυχων πυρήνων σε περιόδους ανυδρίας. Κι όλα αυτά με την προσδοκία να υποστηρίξουν το μεγάλο στόχο που δεν είναι άλλος από μια ζωή με νόημα, δίχως ουσίες και πατερίτσες παντός είδους.

Η ευκαιρία να δημιουργήσει και να λειτουργήσει κανείς ομάδες παιδιών, εφήβων, εκπαιδευτικών και γονέων, πολιτών γενικότερα, είναι η δική μας «ευλογία», ως επαγγελματίες στην υπηρεσία της πρόληψης. Γι αυτό και γράφονται τούτες οι γραμμές, γιατί θεωρούμε πως έχει σημασία (η Πρόληψη) να προσφέρεται καθολικά και δωρεάν, συγκροτημένα και με ανοικτότητα, σε μια περίοδο ακριβώς που η ανάγκη στην κοινότητα είναι μεγάλη, βάζοντας μπροστά το δύσκολο περιεχόμενο της εργασίας μας (να σταθεί ο άνθρωπος στα πόδια του μέσα από σχέσεις εμπιστοσύνης, συνεργασίας και φροντίδας με τον Άλλο) κι όχι το εύκολο δικό μας, προσωπικό «βόλεμα» σε καταστάσεις «διαχείρισης».

Σας προτείνω λοιπόν να αναζητήσετε ένα Κέντρο Πρόληψης στην περιοχή σας, να έρθετε σε επαφή μαζί μας, να παρακολουθήσετε τον τρόπο δουλειάς και να συμμετάσχετε στα προγράμματά μας. Κι αν χρειαστεί, να στήσουμε μαζί τη γραμμή υποστήριξης για εκείνα τα στοιχεία -του καθενός και συλλογικά- που χτυπιούνται και που αξίζει να παραμείνουν όρθια ως πυλώνες συνοχής και αλληλεγγύης για το κοινό καλό μέσα στη ρευστότητα και την αναταραχή μιας πολύπλευρης κρίσης.

Θα ήθελα να κλείσω τούτο το άρθρο με τα λόγια της Ματούλας, μέλους μιας εκ των ομάδων μας, σε ένα πρόσφατο βιωματικό σεμινάριο: «Κι όλα έχουν μια αρχή και τέλος πια, δεν έχει…».

* Ο Σπύρος Στογιάννης είναι Κοινωνικός Λειτουργός στο Κέντρο Πρόληψης «Δίοδος» (Ρόδος) και Υπεύθυνος Παραρτήματος Αιγαίου του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας.



Κοινότητα, καθολική κρίση και καθολική πρόληψη των εξαρτήσεων (Μέρος Γ΄)

alt

Του Νίκου Λάιου* (2.2.2017)

Καθολική κρίση: αποδομώντας κερματισμένες «ευαλωτότητες»

Οι επικρατούσες αφηγήσεις της νέας φάσης, στην οποία έχει εισέλθει η χώρα μας από το 2010, εστιάζουν στην οικονομική διάστασή της. Οι όψεις της ερμηνεύονται με όρους οικονομικούς, συναρτώνται με διεργασίες οικονομικές και διακηρύσσεται πως μπορεί να ρυθμιστούν με εργαλεία οικονομικά.

Η καθημερινότητα, όμως, βιώνεται με ανατροπές και σε επίπεδο ψυχικό, κοινωνικό, πολιτικό, δημογραφικό, πολιτισμού, ιδεών, προτύπων. Θεσμοί μέχρι πρότινος «δεδομένοι» -από το Δημόσιο Σχολείο ως το Κοινοβούλιο και την ίδια τη Δημοκρατία- καταρρέουν, μαζί και σχέσεις, ηθικές αξίες, νοήματα, προτεραιότητες. Την ίδια στιγμή, γίνονται αισθητές ως βαρύνουσες οι δυσκολίες ανόρθωσης νέων συνθέσεων, στη θέση των παλιών. Ανατροπές, αβεβαιότητα, αναταραχή, ρευστότητα σε κάθε πλευρά της ζωής όλων – ορίστε τα αντικείμενα μιας «διαπραγμάτευσης» καθημερινής, πολύ διαφορετικής απ’ αυτήν που στερεοτυπικά κατακλύζει στήλες και οθόνες.

Μια κοινωνία που συγκλονίζεται από μια τέτοια καθολική κρίση είναι κοινωνία ευάλωτη, κοινωνία σε κίνδυνο. Το στοιχείο της ευαλωτότητας φεύγει από τις λεγόμενες «ομάδες υψηλού κινδύνου» και τα μεμονωμένα «άτομα που χρήζουν φροντίδας». Απλώνεται σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα που χρήζει καθολικών επαναπροσδιορισμών και ανασυγκρότησης, προκειμένου να επιβιώσει σε συνθήκες που απειλούν να του καταφέρουν καταστροφές ως ιδιαίτερο σύνολο ανθρώπων, σχέσεων, χώρων/τόπων, ιστορικής συνέχειας κ.ο.κ.

Η διαπίστωση αυτή δεν υπονοεί πως παύουν οι κοινωνικές ανισότητες﮲ ίσα-ίσα αντιλαμβάνεται την όξυνσή τους. Άρα, δεν συνεπάγεται απόσυρση φροντίδας από τάξεις, ομάδες και ανθρώπους που πλήττονται περισσότερο από άλλες/ους: συνεπάγεται τη διεύρυνση της φροντίδας για ολόκληρη τη δοκιμαζόμενη κοινωνία, μέσα από μια ριζική ανανοηματοδότησή της με την ίδια την κοινωνία οργανωμένη, με τα μέλη της ενεργά στο προσκήνιο.

  • Όλα τα προηγούμενα όχι μόνο γίνονται κατανοητά, αλλά συζητούνται αυθόρμητα από μέλη των κοινοτήτων που συμμετέχουν σε παρεμβάσεις πρόληψης. Απουσιάζουν, όμως, σε επίπεδο επιστημονικών και πολιτικών «επιτελείων» και των σχεδιασμών τους, όχι τόσο λόγω ανικανότητας όσο λόγω απουσίας διάθεσης κατανόησης, που σε μεγάλο βαθμό πηγάζει από την υποτίμηση του κοινωνικού (που περιλαμβάνει ακέραιο τον Άνθρωπο) έναντι ενός αποθεωμένου, στρεβλού «ατομικού» – πλέον και χρεωκοπημένου, ανατιναγμένου στα εξ ων συνετέθη.
  • Η εκπορευόμενη υποτίμηση της κοινοτικής δουλειάς περιγράφηκε στο Α΄ Μέρος του άρθρου, ενώ στο Β΄ Μέρος επιχειρήθηκε μια εστίαση της όλης κίνησης – στην επιχειρούμενη επιβολή ατροφίας της κοινοτικής/καθολικής πρόληψης. Στον αντίποδα, υποστηρίξαμε αδιάλειπτα ότι αξίζει να μας ενδιαφέρει πολύ η κοινότητα, ως εναλλακτικός Τρόπος αυθεντικών κοινωνικών διεργασιών και δικτύων προστασίας, επιβίωσης και ανάπτυξης του Ανθρώπου, της κοινωνίας, της χώρας εν μέσω καθολικής κρίσης. Θα μείνουμε λίγο ακόμα στην κοινότητα και στην αξία εστίασης της πρόληψης στην υπόθεση ανασυγκρότησής της ως «ενεργό κοινωνικό δίκτυο».

Από τις «ευαλωτότητες» στα ενεργά κοινωνικά δίκτυα

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι κοινωνικές δομές που συνδέουν ανθρώπους και ομάδες ανθρώπων μεταξύ τους με συγκριμένες σχέσεις – δηλαδή αναλύονται ταυτόχρονα σε δομές, ανθρώπους και σχέσεις. Είναι παρόντα σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, σε κάθε εποχή και σε κάθε μέρος του πλανήτη. Οι συνδέσεις τους διαμορφώνονται με διάφορες μορφές, λ.χ. ως εργασιακές επαφές ή ως οικογενειακές σχέσεις. Διαμορφώνονται, ακόμα, σε διάφορους βαθμούς ισχύος δεσμών, λ.χ. ως απλές γνωριμίες ή ως στενοί φιλικοί δεσμοί. Διαμορφώνονται, τέλος, σε διάφορα επίπεδα/μεγέθη και με διαφορετικά ζητήματα προς αντιμετώπιση, λ.χ. στο πλαίσιο μιας γειτονιάς ή στο πλαίσιο ενός συλλόγου γονέων ενός σχολείου.

Όλα τα κοινωνικά δίκτυα, πάντως, είναι σύνθετα, περίπλοκα, δυναμικά και αυτο-οργανωμένα. Και όλα συνιστούν τα κύρια μέσα σύνδεσης του ανθρώπου με την κοινότητα ως δίκτυο καθεαυτή και ως σύνολο δικτύων.Οι σχέσεις και δεσμοί στο εσωτερικό των δικτύων επηρεάζουν σημαντικά τα μέλη τους ως προς τις αξίες, τις αρχές, τις επιλογές τους, την υιοθέτηση συνηθειών και τον βαθμό επιτυχούς αντιμετώπισης των ζητημάτων που προκύπτουν στην καθημερινότητά τους: τελικά τον τρόπο ζωής τους – μάλιστα σε βαθμό πιο αποφασιστικό από ό,τι οι ιδωμένες ως «κερματισμένες» ιδιότητες κάθε εξατομικευμένου ανθρώπου. Μέσα στα δίκτυα οι άνθρωποι εμπιστεύονται, ανταλλάσσουν πληροφορίες, παίρνουν και δίνουν στήριξη, μεγεθύνουν δυνάμεις και διανοίγουν δυνατότητες, αλληλεπιδρούν με άλλα δίκτυα (δικτυώσεις δικτύων), παράγουν νέες, πρωτότυπες ιδέες, οικοδομούν την προσωπική και κοινωνική ταυτότητά τους, εξελίσσονται και αναπτύσσονται.

Στο πλαίσιο αυτό, τα κοινωνικά δίκτυα εντοπίζουν ζητήματα υγείας και παρεμβαίνουν ποικιλοτρόπως σε αυτά και, το σημαντικότερο, λειτουργούν ως «άτυπα» υποστηρικτικά δίκτυα των μελών τους δρώντας ανασταλτικά προς στρεσσογόνους παράγοντες που επιβαρύνουν την υγεία, δηλαδή δρουν προληπτικά. Επιπλέον, συνιστούν δυνάμεις που κινητοποιούν και εκλύουν «κοινωνικό κεφάλαιο», δηλαδή κοινωνικές δυνάμεις που ο ρόλος τους θεωρείται κρίσιμος στη βελτίωση της υγείας στην κοινότητα. [βλ. «Κοινότητα, Πρόληψη των Εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», κεφάλαιο Δ΄, στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html]

Είναι προφανές ότι η υποστήριξη, η ενίσχυση, η σύνδεση και ο πολλαπλασιασμός των κοινωνικών δικτύων συνιστούν πεδίο ιδιαίτερης σημασίας για την πρόληψη των εξαρτήσεων και την προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας ως παρέμβαση στην κοινότητα σε κρίση και με τον άνθρωπο σε κρίση – όχι γενικά και αόριστα «παρέμβαση στην κρίση».

Η κατανόηση των κοινωνικών δικτύων μιας κοινότητας, μέσα από τη συμμετοχή/παρέμβαση σε αυτά, προσφέρει καλύτερη γνώση της κοινότητας, των «επιπέδων υγείας» της, των δυναμικών και των αλλαγών της, καλύτερη πρόσβαση σε ανθρώπους και ομάδες. Εντοπίζοντας ζητήματα με τρόπους άμεσους, τα δίκτυα συνιστούν άμεση πηγή ενημέρωσης για αυτά, παροχής συγκεκριμένων δεδομένων για σχεδιασμό συγκεκριμένων «στρατηγικών» πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας, σύμφωνα με τις κατά τόπους ιδιαιτερότητες. Συνιστούν τα ίδια ζωντανούς χώρους ανταλλαγής, διαλόγου, συνεργασίας και ανάληψης δράσης με βάση τις ιδιαίτερες κάθε φορά ανάγκες, ώστε επιπλέον όσο περισσότερα και πιο σύνθετα τα κοινωνικά δίκτυα, τόσο πιο πολλοί άνθρωποι, σε περισσότερα και ποιοτικά «υψηλότερα» επίπεδα ενεργοποιούνται και δεσμεύονται. Με άλλα λόγια, τόσο περισσότερο «απλώνεται» και βαθαίνει το «άτυπο» δίχτυ προστασίας στην κοινότητα, από την κοινότητα για την κοινότητα, από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Και τόσο λιγότερο καλλιεργείται η φρούδα πίστη στα χρεωκοπημένα, απρόσωπα συμβόλαια -λ.χ. με το κράτος ή την ασφαλιστική εταιρεία- προστασίας ενός «ατόμου», που ιδιωτεύοντας «διεκδικεί» κάθε πιθανή και απίθανη απαίτησή του αναπαραγωγής της αυτοαναφορικότητάς του.

  • Χρειάζεται εδώ να σημειωθεί πως ζούμε σε μια κοινωνία γενικά μικρότερης διαφοροποίησης και ισχυρότερων άτυπων/εμπρόσωπων δικτύων προστασίας, όπως η οικογένεια, σε αντιδιαστολή, λ.χ., με τις βορειο-ευρωπαϊκές κοινωνίες. Τα δίκτυα αυτά, ιδιαίτερα στην εποχή της καθολικής κρίσης, ακόμη και βαριά πληγωμένα είναι ένας τεράστιος κοινωνικός πλούτος. Ένας πλούτος επιπέδου επιβίωσης και συνοχής, προς στήριξη, ενίσχυση, πολλαπλασιασμό και ανάπτυξη.
  • Ακριβώς για αυτό σημαντικοί σύγχρονοι θεωρητικοί της υγείας και της κοινωνικής πολιτικής ασχολούνται με τα κοινωνικά δίκτυα και υπογραμμίζουν σταθερά τη σπουδαία αξία τους. Γι’ αυτό και το EMCDDA [Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά και την Τοξικομανία], σε πολύ πρόσφατη επικαιροποίησή του των «προφίλ πρόληψης» στην Ευρώπη της κρίσης (Απρίλιος 2016), αναφέρεται εκτεταμένα σε νέες παρεμβάσεις καθολικής πρόληψης στην οικογένεια, σε πείσμα όσων ιδεοληπτικά/ατεκμηρίωτα θεωρούν πως δήθεν πιο σύγχρονες και πιο αναγκαίες είναι οι παρεμβάσεις επικεντρωμένης και ενδεδειγμένης πρόληψης [βλ. Β΄ Μέρος του άρθρου].

Δίκτυα επιβίωσης σε συνθήκες καταστροφής

Συνοψίζοντας, τα κοινωνικά δίκτυα είναι το ζωντανό τεκμήριο της αδιάλειπτης ύπαρξης και λειτουργίας της κοινότητας, παράλληλα με τον κυρίαρχο, εξατομικευμένο τρόπο του κοινωνείν. Από τη σκοπιά αυτή, η κοινότητα είναι ένα κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης των μελών του, αναλυόμενο σε πάμπολλα επιμέρους δίκτυα. Μια πολυσύνθετη πραγματικότητα, με ασύλληπτες καθημερινές διεργασίες σε αμέτρητα επίπεδα, που άρα δεν μπορεί να γίνονται πλήρως γνωστές, χρειάζεται όμως να επιχειρείται η κατανόησή τους δια της συμμετοχής, προκειμένου να ενισχύονται προς όφελος των μελών τους.

Η συμμετοχή και παρέμβαση των «ειδικών» στην κοινότητα είναι λοιπόν ζωτικό, αναπόσπαστο και υψηλών απαιτήσεων κομμάτι της πρόληψης των εξαρτήσεων και της προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας. Οι εργαζόμενοι/ες των Κέντρων Πρόληψης -και άλλων δομών που ασχολούνται με την πρόληψη από άλλο μετερίζι- ως φορείς εμπειρίας χρειάζεται να βοηθήσουν και να βοηθηθούν προκειμένου να εμβαθύνει η κοινοτική δουλειά, να γίνει πιο ουσιαστική και άμεση, με την ακόλουθη διευκρίνιση.

Το διακύβευμα σήμερα δεν είναι αν θα υπάρχουν κάποια αυτοαναφορικά «δίκτυα πρόληψης», κάποια φαντασιακά δίκτυα πρόληψης – εδώ με την έννοια ενός είδους απόδειξης τού «πόσο καλή είναι η πρόληψη που έχει και τα δικτυάκια της». Το διακύβευμα είναι αν οι παρεμβάσεις πρόληψης θα ασχοληθούν σοβαρά με τα πολυφωνικά κοινωνικά δίκτυα αλληλοβοήθειας και αλληλοϋποστήριξης των μελών τους, αν θα σεβαστούν την αυτονομία τους και αν θα συμβάλουν στην ενίσχυση και τον πολλαπλασιασμό τους.

Τα δίκτυα αυτά στην εποχή μας και για τα χρόνια που έρχονται θα αποτελούν δίκτυα επιβίωσης σε συνθήκες καταστροφής, χωρίς τα οποία κανένα σχέδιο επίσημης φροντίδας δεν μπορεί να «περπατήσει». Το ζήτημα, λοιπόν, είναι αν οι λογής «ειδικοί» θα σταθούν χρήσιμοι, συμβάλλοντας με ταπεινότητα στην κατεύθυνση ανάπτυξης του αυτόνομου ανθρώπου και των κοινοτήτων του ως βάση μιας εκτεταμένης αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας και αλληλοπροστασίας. Ή αν θα σταθούν παρελκυστικοί, τελικά απέναντι, «κατεβάζοντας» από καθέδρας ντιρεκτίβες για μια πρόληψη-τσιρότο, για μια κοινωνική πολιτική-τσιρότο επί του -εξαρτημένου από απρόσωπους μηχανισμούς που καταρρέουν- «ατόμου».

Ο/η «ειδικός» και η κοινότητα

Ένα στοιχείο αισιοδοξίας, πως θα επιβιώσουμε στις συνθήκες καθολικής κρίσης, είναι αυτό που το άρθρο προσπάθησε να δείξει, δηλαδή το γεγονός ότι οι κοινότητες δεν είναι συλλήβδην «φαντασιακές», ακριβώς επειδή δεν είναι στατικές αλλά ιστορικές, σε συνεχή κίνηση, εύπλαστες, διαρκώς μετασχηματιζόμενες.

Πλέον, βέβαια, είναι συνήθως κερματισμένες, χωρίς συνείδηση του εαυτού τους, ευρέως αναπαριστώμενες καθώς είναι ως γραφικός τρόπος του κοινωνείν – όταν δεν ταυτίζονται αποκλειστικά με τις πραγματικά φαντασιακές, ά-χρονες και ά-τοπες διαδικτυακές «κοινότητες».Επομένως, η αισιοδοξία που εκφράζεται εδώ δεν συνίσταται σε κάποιου τύπου ανάθεση στην κοινότητα. Δεν χτίζονται «από μόνες τους» οι κοινότητες, δεν είναι κάτι εξωτερικό, δεν «βρίσκονται κάπου εκεί και θα μας σώσουν». Χτίζονται απ’ τα μέλη τους, απ’ τον καθένα και την καθεμιά μας. Και αυτή η βασική διαπίστωση ενέχει ευθύνη, ακόμη μεγαλύτερη για όσους και όσες έχουμε τον πρόσθετο ρόλο του λειτουργού στην κοινότητα, του «ειδικού».

Ας ξαναθυμηθούμε, λοιπόν, τρία βασικά πράγματα σε σχέση με τις ευθύνες μας:

Πρώτον η δουλειά στην κοινότητα είναι παραδοξολογία, αν απουσιάζουν οι επίμονες απόπειρες επανασυγκρότησής της καθώς και πίστης στις αξίες της και τις πρακτικές δυνατότητές της.

Δεύτερον δεν τελειώνει με τις παρεμβάσεις πρόληψης, παρά μονάχα αρχίζει, μάλιστα σε συνθήκες αντίξοες.

Τρίτον δεν είναι ο βαθμός «πιστής» ακολουθίας του υλικού από το οποίο αντλεί (θεωρίες, προσεγγίσεις, «εργαλεία»), που καθιστά μια παρέμβαση πρόληψης επιτυχημένη, αλλά ο βαθμός συμβολής της στη δημιουργία αυθεντικών δεσμών, αυθεντικών σχέσεων στην κοινότητα.

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερα να τονιστεί ότι ο ελλαδικός και ευρύτερος μεσογειακός και βαλκανικός χώρος διαθέτει πολλά ιδιαίτερα Παραδείγματα κοινοτικής συγκρότησης της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής οργάνωσης, με ιστορία εξέλιξης χιλιάδων ετών. Η επισήμανση είναι χρήσιμη για διάφορους λόγους, στα όρια του άρθρου όμως ας μείνουμε σε έναν: Ο/η λειτουργός πρόληψης, όπως και κάθε λειτουργός που δουλεύει στην κοινότητα, χρειάζεται να έχει επίγνωση και σεβασμό απέναντι στις πλούσιες ντόπιες παρακαταθήκες και στη βάση αυτών να επεξεργάζεται τα ομογενοποιημένα -συχνά και εισαγόμενα από τη «Δύση»- μοντέλα παρεμβάσεων «στην κοινότητα» γενικώς, καθώς και να υιοθετεί ή όχι «εργαλεία» που αυτά προτείνουν. Χρειάζεται, άρα, να αντλεί συνδυαστικά με τις τοπικές συνθήκες που έχουν ρίζες βαθιές, σύνθετες, μοναδικές και μπορούν, με την αναγνώριση και ενίσχυσή τους, να γράψουν ιστορία ξανά, όπως τόσες φορές εδώ και χιλιάδες χρόνια σε κρίσιμες στιγμές.

Εν κατακλείδι, ωστόσο, αφού ζητούμενο της πρόληψης στην κοινότητα δεν είναι μια στείρα αναπαραγωγή μοντέλων, δεν είναι ζητούμενο και μια προβληματική αναβίωση κοινοτικών μορφών οργάνωσης. Δεν είναι, δηλαδή, ζητούμενο κάποια «επιστροφή» σε λογής «ένδοξα παρελθόντα», που μόνο σαν ζοφερές και καταστροφικές καρικατούρες μπορεί να αναστηλωθούν τον 21ο αιώνα.

Το δύσκολο, απαιτητικό ζητούμενο παραμένει η συμβολή της πρόληψης των εξαρτήσεων στην ανάδυση νέων, πρωτότυπων συνθέσεων του κοινοτικού, πριν την ολοκλήρωση της συντελούμενης καταστροφής. Συνθέσεων που θα ανταποκρίνονται στον αγώνα για επιβίωση στα σύγχρονα πλαίσια, με τις σημερινές προτεραιότητες. Συνθέσεων που θα συνυφαίνονται, έτσι, σε ζωντανή διέξοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας: από την αφασική, εξαρτητική εξατομίκευση, «στη χαρά της σχέσης».

* Ο Νίκος Λάιος είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, εργαζόμενος του Κέντρου Πρόληψης Φωκίδας, πρόεδρος του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας

** Φωτογραφία: Paul Klee, Αυτοκινητόδρομος και Παράδρομοι



Κοινότητα, καθολική κρίση και καθολική πρόληψη των εξαρτήσεων [Μέρος Β’]

alt

Του Νίκου Λάιου* (29.1.2017)

Ο Φέρντιναντ Ταίνις έδωσε τον πιο γνωστό ορισμό της κοινότητας, προτείνοντας το 1887 μια διάκριση μεταξύ κοινότητας (gemeinschaft) και κοινωνίας (gesellschaft), όπου: Η προνεωτερική κοινότητα είναι ένας τρόπος άμεσων, προσωπικών σχέσεων και συγκρότησης του συλλογικού βίου, η νεωτερική κοινωνία ένας τρόπος οργάνωσης μηχανικός, έντονα διαφοροποιητικός και με πολλές απρόσωπες διαμεσολαβήσεις.

Μια χρήσιμη άλλη προσέγγιση αφορά σε δύο επίπεδα συνυπάρχοντα στις σύγχρονες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπου η κοινότητα συνιστά το «μικρό» και «εγγύς», η κοινωνία το «μεγάλο» και «απομακρυσμένο». Εδώ η διαχείριση συλλογικών ζητημάτων, που θεωρείται πως δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν εντός της κοινότητας (φροντίδα παιδιών, διαπαιδαγώγηση κ.ο.κ.), μεταφέρεται στους θεσμούς κοινωνικού ελέγχου της κοινωνίας, σε ένα σχήμα «κοινωνικοποίησης δύο ταχυτήτων».[βλ. συλλογικό έργο «Κοινότητα, Πρόληψη των Εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», κεφάλαιο Ε΄, στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html]

Σε κάθε περίπτωση, η κοινότητα, έχει μια οργανωμένη δική της ζωή, με συνέχειες και ασυνέχειες, στηριζόμενη στην αμοιβαιότητα και την αλληλεγγύη ως αξίες και πρακτικές – δεδομένων των αποκλίσεων που συναντώνται σε κάθε πραγματική, ζωντανή συλλογικότητα. Για την αντιμετώπιση των αποκλίσεων, άλλωστε, η κοινότητα διαθέτει δικλείδες ευέλικτες και πρωτότυπες, σε αντίθεση με τις επικρατούσες αναπαραστάσεις της. Το στοιχείο της διαφορετικότητας εντός του συνόλου είναι υπαρκτό στην κοινότητα, μάλιστα σε αντιδιαστολή με τις ομοιομορφίες που η (μετα)νεωτερική κοινωνία επιβάλει στη βάση του διαφοροποιημένου «ατόμου»: στο πλαίσιο της κοινότητας ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο που ολοκληρώνεται μέσα και μαζί με την κοινότητα – «σε αναφορά προς την ολότητα». Τόσο σε επίπεδο σχέσεων όσο και επίπεδο αξιών, αρχών και πεποιθήσεων, η κοινότητα μάλλον υπερτερεί της (μετα)νεωτερικής κοινωνικής οργάνωσης ως προς το στοιχείο της αυτάρκειας και της αυτονομίας, που συμβαδίζει με ένα αίσθημα σταθερότητας, ασφάλειας και σαφούς νοήματος. [βλ. όπ.π., κεφάλαιο Ε΄]

Υπάρχουν σήμερα κοινότητες και μας ενδιαφέρουν;

Η αναζήτηση της κοινότητας και του κοινοτικού στο εδώ και τώρα δεν μπορεί να γίνεται σαν να είμαστε, ας πούμε, αρχαιολόγοι που χρειάζεται να ξεθάψουν και να χρονολογήσουν ένα εύρημα με ακρίβεια. Στο ζωντανό κοινωνικό πεδίο τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, πιο δυναμικά. Το κοινοτικό συνυπάρχει σήμερα με το εξατομικευμένο μοντέλο του κοινωνείν, ως υποτελές στοιχείο του δεύτερου – δηλαδή ως συγκρότηση, διαδικασία και διεργασία που επικυριαρχείται. Για παράδειγμα, θα αισθανθώ πονοκέφαλο και ρίγη τον χειμώνα, και ενώ έχω εκπαιδευτεί να «πηγαίνω στον γιατρό», θα αναζητήσω μέσω συγγενών μια απ’ τις γηραιότερες του σογιού, να με συμβουλεύσει πιο είναι το κατάλληλο αφέψημα. Αυτή είναι μια κοινότυπη διεργασία γύρω από ένα θέμα υγείας, κατά την οποία όμως ενεργοποιείται και κινητοποιείται ένα ολόκληρο κοινωνικό δίκτυο. Μπορεί για το κυρίαρχο μοντέλο να μην είναι αποδεκτή, αλλά στιγμιαία διαλέγω να μη συμμορφωθώ με τις επιταγές του. Και δεν επιβαρύνω -για ένα συνάχι- ένα σύστημα υγείας υπό κατάρρευση.

Η κοινότητα συνίσταται, λοιπόν, σε άτυπα αλλά υπαρκτά (όχι «φαντασιακά») δίκτυα σχέσεων, υποστήριξης και φροντίδας του ανθρώπου-μέλους της. Η εδραίωση και ανάπτυξη των δικτύων αυτών είναι ιδιαιτέρως σημαντική υπόθεση σε περιόδους κρίσης και απορρύθμισης των επίσημων δομών προστασίας, γενικά απρόσωπων, συμβολαιακού τύπου, άρα προβληματικών στις (μετα)νεωτερικές κοινωνίες ακόμα και στις φάσεις ανάπτυξής τους. Γι’ αυτό η παρέμβαση στην κοινότητα είναι πεδίο και όρος της πρόληψης των εξαρτήσεων και της προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας. Πεδίο και όρος υψηλής συνθετότητας, απαιτήσεων και έντασης εργασίας: ιδιαίτερα, όμως, «έντασης» σχέσης.

Διαπίστωση που μας φέρνει στον πυρήνα της φιλοσοφίας της πρόληψης, ως δέσμης παρεμβάσεων που δεν συνίστανται τόσο σε «παρεχόμενες υπηρεσίες», αλλά κυρίως σε συγκροτούμενες σχέσεις με τα μέλη των κοινοτήτων και μεταξύ τους.

Καθολική πρόληψη

Τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί μια διάκριση των επιπέδων πρόληψης των εξαρτήσεων σε «καθολική», «επικεντρωμένη» και «ενδεδειγμένη». [βλ. όπ.π., κεφάλαιο Γ΄]

Σύμφωνα με αυτή, οι καθολικές παρεμβάσεις πρόληψης απευθύνονται στο σύνολο της κοινότητας ως «ενεργού κοινωνικού δικτύου», περιλαμβανομένης της σχολικής κοινότητας (εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς). Με μια έννοια, η καθολική πρόληψη είναι η «κατεξοχήν κοινοτική πρόληψη». Οι παρεμβάσεις εδώ παρέχουν δυνατότητα αντιμετώπισης επί μέρους ζητημάτων μέσα από ολιστική προσέγγιση, επομένως αυξημένη δυνατότητα παρέμβασης στους αιτιολογικούς παράγοντες των διάφορων εξαρτητικών συμπεριφορών, από το προσωπικό ως το καθολικό κοινοτικό επίπεδο. Άρα και δυνατότητα ευελιξίας εντοπισμού και αντιμετώπισης προσωπικών και συλλογικών δυσκολιών, αναγκών, προτεραιοτήτων σε συνθήκες υψηλής μεταβλητότητας.

Η τέτοια αντίληψη της πρόληψης, σαν «βεντάλιας» παρεμβάσεων που ανοίγει και απλώνεται στην κοινότητα, πρώτα απ’ όλα θέτει στο επίκεντρό της την ενεργοποίηση των μελών της κοινότητας, προκειμένου συγκροτημένα και συλλογικά να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι/ες ζητήματα που τους απασχολούν. Έπειτα, δεν είναι γραμμική ως προς τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα. Οι αιτιολογικοί παράγοντες της εξάρτησης είναι κοινοί με αυτούς άλλων κοινωνικών φαινομένων και προσωπικών δυσκολιών, όπως της έμφυλης βίας, του ρατσισμού, της «σχολικής διαρροής», της κατάθλιψης κ.ο.κ. Ώστε, δουλεύοντας μια παρέμβαση πρόληψης των εξαρτήσεων μπορεί να έχεις αποτελέσματα και σε φαινομενικά «άλλα πεδία». Πράγμα που «βραχυκυκλώνει» αποτιμήσεις βάσει γραμμικών συνδέσεων δράσης-αποτελέσματος, αλλά και «ειδικού»-«πελάτη», που δεν κατανοούν τις δυναμικές, χαοτικές διαδρομές των κοινωνικών σχέσεων και διεργασιών.

  • Οι επικεντρωμένες παρεμβάσεις απευθύνονται σε συγκεκριμένες «ομάδες πληθυσμού» (λ.χ. πρόσφυγες, ανήλικους παραβάτες) που θεωρούνται «ευαίσθητες» ή «ευάλωτες» σε εξαρτητικές συμπεριφορές. Δεν αφορούν λοιπόν ολόκληρη την κοινότητα, αλλά συγκριτικά μικρές επί μέρους ομάδες εντός ή στο «περιθώριο» της κοινότητας. Ώστε, αν δεν στοιχίζονται γύρω από μια εστίαση στην καθολική πρόληψη, πολύ εύκολα φθίνουν σε διαχείριση και καταστολή συμβάλλοντας στην ενοχοποίηση, τον στιγματισμό, την αναπαραγωγή «περιθωρίων», ιδιαίτερα σε συνθήκες καθολικής κρίσης. Και αυτο-εξουδετερώνονται ως προς τον διακηρυγμένο στόχο τους.
  • Για να το δώσουμε με παράδειγμα, είναι σαν να με τσιμπάνε κουνούπια στον ύπνο μου και φωνάζω ένα συνεργείο να ψεκάσει με εντομοκτόνο το υπνοδωμάτιο, χωρίς να φροντίσω να καθαρίσω με τους διπλανούς μου τα βαλτωμένα νερά της γειτονιάς.

Οι ενδεδειγμένες παρεμβάσεις αφορούν τον εντοπισμό μεμονωμένων ανθρώπων με προσωπικές δυσκολίες, που θεωρείται πως ενδέχεται να οδηγήσουν σε προβληματική χρήση ουσιών, καθώς και ανθρώπων που ήδη πειραματίζονται με τη χρήση ουσιών. Οι μέθοδοι αντιμετώπισης εδώ περιλαμβάνουν κυρίως την έγκαιρη παρέμβαση και τη συμβουλευτική. Στο προτεινόμενο αυτό επίπεδο άσκησης πολιτικών πρόληψης το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο δεν λαμβάνεται υπ’ όψη: ενώ και η ραγδαία ανάπτυξη των λεγόμενων «νέων» εξαρτήσεων (λ.χ. από προϊόντα τεχνολογίας) δείχνει τους περιορισμούς αυτού του επιπέδου – για να μην μιλήσουμε για βαθμούς στιγματισμού και κοινωνικού ελέγχου.

Συνεχίζοντας στο μοτίβο του παραδείγματός μας, σε τούτη την περίπτωση το συνεργείο ψεκάζει με εντομοκτόνο μόνο το δικό μου μαξιλάρι. Θα ψεκάσει το μαξιλάρι της γυναίκας μου μόνο όταν γίνει κι αυτή γλυκοαίματη και αρχίσουν να την επισκέπτονται τα κουνούπια.

Τα «επιτελεία»: επικίνδυνη σύγχυση μπρος στην ευθύνη

Αν και τα διεθνή εγχειρίδια προτείνουν παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα και, επιπλέον, με εμφάσεις αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων κάθε χώρας (πολιτισμικές, πολιτικές, οικονομικές κ.λπ.), κύκλοι των ελλαδικών «επιτελείων» σπρώχνουν την πρόληψη των εξαρτήσεων σε έμφαση στις επικεντρωμένες και ενδεδειγμένες παρεμβάσεις. Οι πιέσεις εντείνονται τα τελευταία χρόνια, με κορύφωση την τελευταία διετία. Ακριβώς στη φάση που θα έπρεπε να ενισχυθεί και εμβαθύνει η καθολική πρόληψη, η ενεργοποίηση των μελών της κοινότητας προς αντιμετώπιση από τους ίδιους των επειγόντων ζητημάτων που καθημερινά γεννά η εξέλιξη μιας καθολικής κρίσης, υπό μορφή καταστροφής όρων επιβίωσης και διεξόδου από αυτήν: υλικών, πνευματικών, πολιτισμικών, ηθικής και ηθικού κ.ο.κ.

Κάποιοι από τους λόγους της τέτοιας επιλογής αναφέρονται στο Α΄ Μέρος του άρθρου. Δεν εξαντλούν την αιτιολόγηση της υποτίμησης της κοινοτικής δουλειάς από πλευράς «επιτελείων», είναι όμως κρίσιμοι για την κατανόησή της. Ας προσθέσουμε μονάχα δύο στοιχεία.

Πρώτο, οι πιέσεις για απομάκρυνση από την καθολική πρόληψη επικαλούνται τη διάκριση της πρόληψης σε τρία επίπεδα, για να καταλήξουν μ’ ένα άλμα στο αυθαίρετο, εντελώς ατεκμηρίωτο συμπέρασμα πως η καθολική πρόληψη δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της Ελλάδας σήμερα για έμφαση στους «ευάλωτους πληθυσμούς» και τα «ευάλωτα άτομα».

Δεύτερο, η αυθαιρεσία αυτή, στη βάση έλλειψης κατανόησης βασικών εννοιών, περιεχομένων και στόχων της πρόληψης, αλλά και των ίδιων των κοινωνικών συνθηκών, δεν είναι απλά ένα ακόμη επιστημονικό ολίσθημα ή μια ακόμη ιδεολογική τύφλωση: είναι μια πολιτική επιλογή που σήμερα, εκ του αποτελέσματος,στρέφεται απέναντι στα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Συμπεριλαμβανομένων «ευάλωτων πληθυσμών» και «ευάλωτων ατόμων», που αντί να υποστηρίζονται ώστε να ενεργοποιηθούν οι ίδιοι, να ανακτήσουν την επαφή τους με εκείνες τις προσωπικές και κοινωνικές δυνάμεις επιβίωσης μέσα στην καταστροφή, το μόνο που μπορούν να περιμένουν σύμφωνα τις προτάσεις των «επιτελείων» είναι κάποια «ανθρωπιστική», σύντομη «δράση» διαχείρισης της «ευάλωτης» κατάστασής τους «από τα πάνω».

Στο τελευταίο, Γ΄ μέρος του άρθρου θα ασχοληθούμε με την έννοια της καθολικής κρίσης, που αναδεικνύει τη γενίκευση της «ευαλωτότητας» σε επίπεδο κοινωνικής πλειοψηφίας. Θα κλείσουμε με ένα πέρασμα από τη σημασία των κοινωνικών δικτύων στην αντιμετώπιση της νέας αυτής συνθήκης – σε αντιδιαστολή με την εγκατάλειψή τους, που προτείνεται από κυρίαρχους κύκλους των «επιτελείων» μέσα από την ατροφία της καθολικής πρόληψης.

*Ο Νίκος Λάιος είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, εργαζόμενος του Κέντρου Πρόληψης Φωκίδας και πρόεδρος του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης



Κοινότητα, καθολική κρίση και καθολική πρόληψη των εξαρτήσεων [ΜΕΡΟΣ Α΄]

alt

Του Νίκου Λάιου* (25.1.2017)

Η ανοιχτή πορεία των θεωρητικών προβληματισμών είναι κριτήριο γονιμότητας στις κοινωνικές επιστήμες. Κινδυνεύει, όμως, να περιπέσει σε αυτοαναφορικότητα, όταν δεν λαμβάνει υπ’ όψη εκείνο το γενικό όριο που αντιστοιχεί στην κοινωνική χρησιμότητά της – όχι με την ωφελιμιστική έννοια, αλλά με τη διαλεκτική.

Αναφορικά με τις επικρατούσες θεωρητικές προσεγγίσεις της κοινότητας, το όριο μοιάζει να έχει απολεσθεί στη συνθήκη που μένουν προσκολλημένες σε μια μονόπλευρη αποδόμηση της «φαντασιακής» διάστασης της κοινότητας. Μάλιστα, σε τέτοιο βάθος ώστε γενικά να μη γίνεται πλέον αποδεκτή η ύπαρξη κοινοτήτων πάνω από ορισμένα μεγέθη κοινωνικής συγκρότησης (που δεν προσδιορίζονται) και η όποια ύπαρξή τους να υφίσταται στην καλύτερη περίπτωση σαν «μακρινή», ρομαντική ή και γραφική. Παραβλέπεται, έτσι, ο ποιοτικά και μορφολογικά απειροδιάστατος χαρακτήρας της κοινότητας και αφήνονται σε εντυπωσιακό βαθμό ανεξερεύνητες κοινωνικές διεργασίες και δυναμικές που παράγονται στο πλαίσιό της.

Ως συνέπεια, και η όποια δουλειά γίνεται ακόμα στην κοινότητα, σε εκείνο το επίπεδο που συμβατικά ας προσδιορίσουμε ως «κοινωνική πολιτική», έχει σε μεγάλο βαθμό απολέσει θεωρητική και ηθική υποστήριξη και, τελικά, συνείδηση του εαυτού της. Έχει προσαρμοστεί, δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτή την κυρίαρχη θέση, μεταλλασσόμενη η ίδια σε εργαλείο, άρα στο αντίθετο του περιεχομένου της που εξ ορισμού (οφείλει να) είναι αντι-εργαλειακό.

Κατά τη γνώμη μας, η κυρίαρχη αυτή θέση γύρω από την κοινότητα, που στην Ελλάδα μεταδίδεται από τη μια ακαδημαϊκή γενιά στην άλλη εδώ και 20 χρόνια τουλάχιστον, θεμελιώνεται σε τελική ανάλυση σε ένα σχήμα στο οποίο κάθε άνθρωπος αποκόπτεται τεχνητά από την κοινότητα: μετατρεπόμενος αυθαίρετα σε «άτομο» (που παραδόξως δεν αποδομείται αντιστοίχως ως «φαντασιακό») και μονάχα έτσι εντοπιζόμενος ως κάτοχος κάποιων δικαιωμάτων έναντι των υπολοίπων «ατόμων» ή της δημοτικής αρχής, του κράτους, μιας ασφαλιστικής εταιρείας κ.λπ. Κάθε άνθρωπος, σαν «άτομο» πια, τίθεται στο επίκεντρο της «δικής του» αρμαθιάς «διμερών σχέσεων», που άρα δεν βιώνονται ως αλληλοδιαπλεκόμενες και ζωντανές, αλλά ως ξεχωριστά μεταξύ τους και άζωα «συμβόλαια».

Αυτές οι συμβολαιακού τύπου σχέσεις είναι, τελικά, σχέσεις εξάρτησης στη θέση των σχέσεων αλληλεξάρτησης κι ακόμα προωθούν την ετερονομία, στη θέση της αυτονομίας. Με άλλα λόγια, βαραίνουν, καθηλώνουν και «στεγνώνουν» τον άνθρωπο, αντί να τον αλαφραίνουν, να τον ενεργοποιούν και να τον αναπτύσσουν ολόπλευρα.

Υποτίμηση της κοινοτικής δουλειάς: ένα (ιδεο)λογικό επόμενο

Αυτή η διπλή υποτίμηση του αυθόρμητα συλλογικού και του αυθόρμητα ανθρώπινου οδηγεί σε μια υποτίμηση της αξίας της κοινοτικής δουλειάς τόσο στο εσωτερικό της επιστημονικής… κοινότητας όσο και σε επίπεδο άσκησης «κοινωνικής πολιτικής».

Σημαντικό ρόλο διασύνδεσης μεταξύ επιστήμης και άσκησης πολιτικής παίζει η τροφοδότηση της τελευταίας με επιλεκτικά επιστημονικά τεκμήρια –συναγόμενα άλλωστε σε συνθήκες τεχνητές, «εργαστηριακές» και όχι μέσα στη ζωντανή κοινότητα, όπως ομολογούν τα σοβαρά διεθνή εγχειρίδια.

Η τέτοια συνάντηση επιστήμης και άσκησης πολιτικής αναπαριστά, αφηγείται και επιχειρεί να αντιμετωπίσει -με αυξανόμενη αναποτελεσματικότητα- κοινωνικά φαινόμενα ως ατομικά «προβλήματα» προς διαχείριση. Έτσι, οι πολιτικές για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων ολοένα λιγότερο ασχολούνται με τις εν εξελίξει κοινωνικές διαδικασίες που γεννούν και αναπαράγουν εξαρτήσεις. Και ολοένα περισσότερο κινητοποιούνται για την ανακούφιση του «ατόμου με πρόβλημα εθισμού» από το αλκοόλ, την ηρωίνη, τον τζόγο κ.ο.κ.:δηλαδή κινητοποιούνται κατασταλτικά, αφ’ ότου το «πρόβλημα» γίνει ορατό, μετρήσιμο, ώστε αδιαμφισβήτητα να ενεργοποιείται η ρήτρα κάθε εξατομικευμένου συμβολαίου.

Οι δρομείς του οξύμωρου και ουτοπικού αυτού αγώνα κοινωνικής προσφοράς μέσα από την υποτίμηση του κοινωνικού, θέλουν «λύσεις» στα «προβλήματα» και μάλιστα «γρήγορες»: συμβατές με τους ρυθμούς της αδιέξοδης τροχιάς τους γύρω από τo κοσμικό νεφέλωμα, που αφήνει πίσω της η ανατιναγμένη εξατομίκευση. Αναμενόμενη η απόρριψη κάθε έκκλησης για εστίαση στη βαθειά, επίπονη, απαιτητική παρέμβαση επί των αιτιολογικών παραγόντων της εξάρτησης, στην παρέμβαση πριν την εκδήλωση του ορατού λεγόμενου «προβλήματος» –δηλαδή στην πρόληψη.

Ο βασιλιάς είναι γυμνός

Αν αυτό το τέλος συνδυαστεί με τη διπλή απαρχή του, της αποθέωσης της (μετα-)νεωτερικής εξατομίκευσης και της υποτίμησης της κοινότητας, γίνεται κατανοητό γιατί ιδιαίτερα η κοινοτική πρόληψη αναπαρίσταται συχνά ως επιστημονικά light, κάπως παιδιάστικη, υποδεέστερη της θεραπείας, μη μετρήσιμη, αναποτελεσματική, τεμπελοδουλειά, και διάφορα άλλα άσχημα πράγματα. Ακόμα και αν λεκτικά αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα πρωτοκαθεδρίας της πρόληψης γενικώς, στην άσκηση πολιτικών για την υγεία -επειδή έτσι συνιστούν ακόμα τα επιστημονικά εγχειρίδια και η πολιτική ορθότητα-, ο συλλήβδην ιδεολογικός εξοβελισμός της κοινότητας στη σφαίρα του «φαντασιακού» και του γραφικού δεν αφήνει περιθώρια έμφασης στην πρόληψη ως κοινοτική παρέμβαση. Το πολύ-πολύ η πρόληψη να ανανοηματοδοτείται σε κυρίαρχα τμήματα των ακαδημαϊκών και πολιτικών «επιτελείων» (ας τα ονομάσουμε έτσι, κωδικοποιημένα), ώστε να ’χει το όνομα αλλά όχι τη χάρη: δηλαδή στην πράξη να μη συνιστά πρόληψη αλλά διαχείριση «ατομικών» κρίσεων αφ’ ότου εκδηλωθούν, και με τον τρόπο της σταυροφορίας και/ή του χάπενινγκ.

Όταν έρχεται η ώρα της κριτικής, που προβαίνει σε αποκάλυψη αυτής της ταχυδακτυλουργικής μεταμόρφωσης, τότε τα «επιτελεία» καταφεύγουν στην αναφορά σε εσωτερικές ταξινομήσεις της πρόληψης ανά επίπεδο – με πιο πρόσφατη την ταξινόμηση σε «καθολική», «επικεντρωμένη» και «ενδεδειγμένη» πρόληψη. Αισθάνονται πως έτσι «καλύπτονται», κατά τον τρόπο του γυμνού βασιλιά.

Με την ταξινόμηση αυτή καθώς και με μια προσπάθεια προσδιορισμού της έννοιας της κοινότητας θα ασχοληθούμε στο Β΄ μέρος του άρθρου.

* Ο Νίκος Λάιος είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, εργαζόμενος του Κέντρου Πρόληψης Φωκίδας και πρόεδρος του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης